8.2.17

Brexit: Το αναπάντεχο καλοκαίρι της Βρετανίας


{Το άρθρο αυτό γράφτηκε λίγες εβδομάδες μετά το Βρετανικό δημοψήφισμα για την έξοδο από την ΕΕ, και δημοσιεύτηκε στο τεύχος καλοκαιριού του περιοδικού "Δημοσιογραφία"}

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ, είναι ένα κοσμοϊστορικό γεγονός. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το Brexit είναι ένα «εν δυνάμει» κοσμοϊστορικό γεγονός επειδή η κατάληξη του ζητήματος της αποχώρησης ή μη του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πιθανότερο να περάσει από αρκετά ακόμα κύματα πριν καταλήξει στην πράξη σε κάποιο οριστικό αποτέλεσμα.

Ακόμα όμως και το ενδεχόμενο απόρριψης τελικά της λαϊκής βούλησης, όπως εκφράστηκε μέσα από το δημοψήφισμα, σε μια χώρα «πρώτης γραμμής» ως προς την παγκόσμια ισχύ της και τη δημοκρατική της παράδοση, θα αποτελούσε μείζονα εξέλιξη, και θα επιβεβαίωνε την προκεχωρημένη αποδημοκρατικοποίηση και μεταδημοκρατικοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελώντας και σε αυτήν την περίπτωση μια παγκόσμια, κοσμοϊστορική και αυτή, «πρωτοπορία».

Οι συνέπειες του BRexit, όμως, είναι ήδη εκρηκτικές: Η πόλωση που επικράτησε προεκλογικά ήταν πρωτόγνωρη – και οδήγησε και στην πρώτη από την εποχή της δράσης του ΙΡΑ – δολοφονία πολιτικού στη Μεγάλη Βρετανία.

Οι μετά το δημοψήφισμα πολιτικές εξελίξεις και η αβεβαιότητα, με την κούρσα διαδοχής στο συντηρητικό κόμμα (χωρίς τον «ηγέτη» της πλευράς του συντηρητικού Leave, Μπόρις Τζόνσον), τον Νάιτζελ Φαράζ εκτός ηγεσίας του UKIP και το επιχειρούμενο κοινοβουλευτικό πραξικόπημα της μπλερικής πτέρυγας του Εργατικού Κόμματος εναντίον του αρχηγού του Τζέρεμι Κόρμπιν, έχουν ολοκληρώσει την εικόνα της πολιτικής αποσταθεροποίησης που έθεσε σε κίνηση το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.

Παράλληλα, έχει ξανανοίξει το ζήτημα της ανεξαρτησίας / παραμονής στην ΕΕ της Σκοτίας, αλλά και το ερώτημα της επανένωσης της Βόρειας Ιρλανδίας με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.

Brexit: Το αναπάντεχο αποτέλεσμα 

H απόφανση του βρετανικού λαού ήταν λοιπόν αναπάντεχη, καθώς οι περισσότεροι αναλυτές και δημοσκόποι θεωρούσαν σχεδόν βέβαιο πως στην τελική ευθεία θα «συμμορφωνόταν» με την επιλογή της Παραμονής (του Remain), δεδομένων των οικονομικών κινδύνων τους οποίους η εκστρατεία υπέρ της φρόντιζε να επισείει. Το δημοψήφισμα ανακοινώθηκε άλλωστε από τον Ιανουάριο του 2013, ως μια κίνηση του Ντέιβιντ Κάμερον για να κατευνάσει την ευρωσκεπτικιστική πτέρυγα του κόμματός του, αλλά και ως χαρτί για τον εξαναγκασμό της ΕΕ σε περισσότερες «εξαιρέσεις» για τη Βρετανία, χωρίς καμία αίσθηση ρίσκου. Κανένας, πολύ λιγότερο ο ίδιος ο Κάμερον, δεν πίστευε πως θα κατέληγε έτσι.

Πίσω από το αιφνιδιαστικό αυτό αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος συμπλέκεται ένα ισχυρό ρεύμα ευρωσκεπτικισμού, που προϋπήρχε στη Βρετανία, με την κατάσταση της εργατικής τάξης στη χώρα, καθώς και με την καλπάζουσα κρίση νομιμοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και γενικότερα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών ελίτ σε όλη τη Δύση.

Η παλιά ιστορία του Βρετανικού Ευρωσκεπτικισμού

Η διαδικασία και η πορεία που οδήγησε στο αποτέλεσμα της 23ης Ιουνίου του 2016, ξεκινά από παλιά . Η σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την ΕΟΚ και μετά με την ΕΕ, έχει περάσει από πολλά κύματα αμφισβήτησης. Αν και έχουν υπάρξει στιγμές τα τελευταία σαράντα χρόνια που η δυσαρέσκεια των Βρετανών για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ή την Ευρωπαϊκή Ένωση μετριόταν δημοσκοπικά πάνω από το 50%, αυτό αποτελούσε συνήθως προσωρινή αντίδραση σε συγκεκριμένες συγκυρίες.



Εξαίρεση τα πρώτα χρόνια της πρωθυπουργίας Θάτσερ κατά τα οποία η απόρριψη της «Κοινής Αγοράς» είχε φτάσει το 65%. Και η Θάτσερ, όπως και ο Χάρολντ Γουίλσον πριν από αυτή, διαχειρίστηκαν την κρίση εμπιστοσύνης επαναδιαπραγματευόμενοι τους όρους της συμμετοχής του Ηνωμένου Βασιλείου στο ευρωπαϊκό εγχείρημα.

Στην περίπτωση του Γουίλσον η αναδιαπραγμάτευση είχε και θεαματικά αποτελέσματα σε ό,τι αφορά το πρώτο δημοψήφισμα για τη συμμετοχή ή μη της Βρετανίας στην ΕΟΚ (ουσιαστικά, την επικύρωση της απόφασης προσχώρησης του 1973): Οι ψηφοφόροι στο Ηνωμένο Βασίλειο είχαν ψηφίσει τελικά υπέρ της παραμονής στην ΕΟΚ το 1975 σε ποσοστό 67%.

Έκτοτε όμως η πορεία του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρώπη προσδιορίστηκε από διαδοχικές διεκδικήσεις και εξασφαλίσεις εξαιρέσεων και προνομίων. Αν η κοινή γνώμη διατηρούσε μια σχετικά θετική άποψη για την ΕΕ, αυτό οφειλόταν και στο ότι, από τη Θάτσερ και μετά, το Ηνωμένο Βασίλειο απαίτησε να μην είναι ένα «κανονικό» μέλος στην υπό διαμόρφωση Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ιδιαιτερότητα αυτή έλκει εν μέρει την καταγωγή της από την ιστορική επιφύλαξη των βρετανικών ελίτ προς την ευρωπαϊκή ιδέα, αλλά, παράλληλα, και στη μάλλον κυνική χρήση της ΕΟΚ/ΕΕ σαν αποδιοπομπαίο τράγο από τον ιθαγενή θατσερισμό που, ιστορικά μιλώντας, πάντα προς τα δεξιά πίεζε την Ευρώπη.

Πάνω σε αυτό το ιστορικό δύσθυμης συμμετοχής συνέκλιναν τα τελευταία χρόνια δύο σχετιζόμενες μεταξύ τους αλλά διακριτές διαδικασίες:

- Από τη μια, η διεύρυνση της ανισότητας στη Βρετανία και η γενικευμένη πολιτική αγανάκτηση ενάντια σε οικονομικές πολιτικές που δημιουργούσαν αυξανόμενα προβλήματα σε ευρύτατα στρώματα στη χώρα.

- Από την άλλη, η χρεοκοπία του ευρωπαϊκού μοντέλου σαν θετικά επιθυμητό πρότυπο.

Το δεύτερο αφορούσε την Ευρώπη. Το πρώτο δεν αφορούσε μόνο την Ευρώπη, αλλά στη δεξιά ρητορική, που ηγεμόνευσε στα τάμπλοϊντ, είχε αναχθεί στον αποδιοπομπαίο Ανατολικοευρωπαίο και Νοτιοευρωπαίο που «έρχεται και ρίχνει τα μεροκάματα», λόγω της ΕΕ.


Η ΕΕ, ένα άλογο που δεν μπορεί να κερδίσει

Στην ΕΕ τα δημοψηφίσματα έχουν ένα χαρακτηριστικό τα τελευταία 15 χρόνια τουλάχιστον: είναι ως επί το πλείστον οχήματα διαμαρτυρίας εναντίον της και απόρριψής της. Μπορεί να εικάσει εύλογα κανείς πως σε κάθε δημοψήφισμα στο οποίο η ΕΕ μέσω των μηχανισμών και των οργάνων της τοποθετείται υπέρ του ενός αποτελέσματος, θα υπερψηφίζεται το αντίθετο, τουλάχιστον, αλλά όχι μόνον, στις χώρες της παλιάς ΕΕ15.

Δεν είναι τυχαίο πως για ένα ήσσονος σημασίας θέμα, μια συμφωνία σύνδεσης της ΕΕ με την Ουκρανία, απαιτήθηκε και πραγματοποιήθηκε εφέτος, στις 6 Απριλίου, δημοψήφισμα στην Ολλανδία, στο οποίο αναμενόμενα οι Ολλανδοί τοποθετήθηκαν με μεγάλη διαφορά (62% – 38%) εναντίον της συνθήκης. Και σε αυτήν την περίπτωση, όπως και στις περιπτώσεις των δημοψηφισμάτων για το Ευρωσύνταγμα της Γαλλίας και της Ολλανδίας, των δημοψηφισμάτων της Ιρλανδίας για τη συνθήκη της Νίκαιας, αλλά φυσικά και της Ελλάδας το 2015, τα αποτελέσματα δεν είχαν καμία ουσιαστική πολιτική συνέπεια. Κάτι που επιτείνει την οργή εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που συστηματικά κωφεύει και αγνοεί την εκφρασμένη λαϊκή βούληση.

Παράλληλα, και στην Ολλανδία και στη Βρετανία, όπως πέρυσι στην Ελλάδα, σε κάθε εκλογές στις χώρες της ΕΕ, εκείνοι που μαζικά ψηφίζουν «αντι-ΕΕ» και αντισυστημικά είναι τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, εκείνοι και εκείνες που πλήττονται περισσότερο από τη νεοφιλελεύθερη επιβολή στην Ευρώπη και στρατεύονται με οποιοδήποτε εύκαιρο και δυνητικά αποτελεσματικό όχημα πολιτικής διαμαρτυρίας. Αυτό φάνηκε και στις ποιοτικές έρευνες για το βρετανικό δημοψήφισμα , όπου η ταξική θέση αποδείχθηκε εξαιρετικά στενά συνδεδεμένη με την τελική επιλογή υπέρ της Παραμονής ή της Εξόδου.

Πρόκειται, στην ουσία για εκδήλωση της γενικευμένης δυσαρέσκειας προς το νεοφιλελεύθερο παγκόσμιο σύστημα που βρήκε, στην κρίση που ξεκίνησε το 2007, την ιδανική ευκαιρία για επέκταση και κυριαρχία. Αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη, συμβαίνει και σε όλον τον κόσμο, συμβαίνει και σε εθνικό και σε υπερεθνικό επίπεδο: η κυριαρχία μιας καθολικά ανυπόλογης τεχνοκρατικής ελίτ η οποία ασκεί πολιτική που έχει σαν στόχο την εξυπηρέτηση των βραχυπρόθεσμων κερδών μεγάλων επιχειρήσεων και τον πλουτισμό του «1%» σε βάρος του «99 %». Στην Ευρώπη απλά, αυτή η μορφή υποκατάστασης της δημοκρατίας από αυτό το τεχνοκρατικό - τραπεζικό κυβερνητικό σύμπλεγμα, είναι σε πιο προχωρημένο στάδιο και αποτελεί πλέον, ανοιχτά και εκπεφρασμένα αυστηρά μέσω των Συνθηκών της ΕΕ, μεταδημοκρατικό υπόδειγμα.


Έτσι, η ΕΕ έχει φτάσει ήδη σε ιστορικά χαμηλά ποσοστά θετικής αποτίμησης από τους πολίτες των χωρών-μελών της . Η αμφισβήτηση της παγκοσμιοποίησης και των θεσμών της μεταδημοκρατικής, υπερεθνικής διακυβέρνησης που την υπηρετούν, αναδεικνύει σαν αντίπαλο σχέδιο (με τα κατάλληλο ενδοσυστημικά εχέγγυα συνήθως) την επιστροφή στην εθνική συγκρότηση.

Συνεπώς, είναι εύφορο το έδαφος για την ενίσχυση της Ακροδεξιάς η οποία μοιάζει να είναι και η μόνη δύναμη σε πανευρωπαϊκό επίπεδο που πολιτεύεται στη βάση της πλήρους απόρριψης της ΕΕ. Σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή Αριστερά που παραμένει δέσμια της (εύλογης σε αφηρημένο επίπεδο) επιθυμίας της για «μιαν άλλη Ευρώπη» που, ενώ διαβεβαιώνει πως «είναι εφικτή», η μόνιμη «ανεφικτότητά» της στην πράξη τριάντα χρόνια τώρα, και επικυρώνει το θατσερικό TINA (There Is No Alternative, Δεν Υπάρχει Εναλλακτική Λύση) και την εξουδετερώνει πολιτικά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χάσει την εμπιστοσύνη των πιο ευάλωτων τμημάτων των κοινωνιών: η σοσιαλδημοκρατική υπόσχεση, που βρισκόταν στον πυρήνα του ιδρυτικού της οράματος, για μια Ένωση που θα προστατεύει κοινωνικά τους λαούς της από την έκθεση στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία και θα τους προσφέρει συνθήκες ευημερίας και ασφάλειας, έχει πάψει να υφίσταται καν σαν θεσμικά θεμιτή πολιτική επιλογή.

Φόβος από παντού

Η εκστρατεία στο Ηνωμένο Βασίλειο κινήθηκε στο κινδυνολογικό και το τερατολογικό πεδίο και από τις δύο όχθες. Και αν οι ακροδεξιές αθλιότητες της πλευράς του Leave με τις φωτογραφίες των Σύρων προσφύγων ως δυνητικών εισβολέων και η ρητορική του Φαράζ, ήταν η απεχθής πλευρά της εκστρατείας, από την άλλη πλευρά, του Remain, μαθαίναμε (υπομειδιώντας στην Ελλάδα) πως η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι προστάτης εργασιακών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ τη συμμετρία του φόβου στην πέριξ το BRexit συζήτηση. Από τη μια, η καμπάνια της Εξόδου βασίστηκε στον φόβο του ξένου και των προσφυγικών ροών, από την άλλη, βασικό επιχείρημα για την παραμονή στην ΕΕ στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ο φόβος των οικονομικών συνεπειών μιας εξόδου. Ο φόβος όμως δεν μπορεί να αποτελέσει μακροπρόθεσμα στοιχείο καμίας θετικής πρότασης.

Αν η ΕΕ έχει απολέσει κάθε ελκυστικότητα και θεμελιώνει την αποδοχή της πάνω στον τρόμο της οικονομικής της αντεκδίκησης σε περίπτωση εξόδου από τους θεσμούς της, τότε δεν μπορεί κανένας να περιμένει πως η Ένωση θα κρατήσει πολύ. Ιδίως όταν πια ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν θεωρεί πως έχει τίποτα να χάσει: Άλλωστε, και στη Βρετανία, όπως πέρυσι στην Ελλάδα, διαπιστώθηκε καθυστερημένα το προφανές: δεν μπορείς να απειλήσεις με οικονομική καταστροφή τον κατεστραμμένο.

Για όσους η νεοφιλελεύθερη επέλαση αφήνει εκτός κοινωνίας και χωρίς καμία προσδοκία, δεν υπάρχει ερώτημα: η ψήφος που αντιτίθεται στη συστημική επιλογή, στην επιλογή που του λένε να ψηφίσουν πολιτικοί, δημοσιογράφοι και οι ποικίλης φύσης τεχνοκράτες, θα είναι πάντα το εύλογο ανακλαστικό των πληττόμενων κοινωνικών ομάδων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επειδή μοιάζει (και είναι) ανεπηρέαστη από τη λαϊκή βούληση, είναι ο ιδανικός στόχος αυτής της μαζικής λαϊκής δυσαρέσκειας με τον θνήσκοντα αλλά όχι αποθανόντα ακόμα νεοφιλελευθερισμό.

Αλλά ακόμα και στο θέμα της ξενοφοβίας και του ρατσισμού, δεν είναι καθόλου προφανές ότι η «επίσημη» πλευρά του Remain, όπως εκφράστηκε από τη συντηρητική κυβέρνηση, ήταν λιγότερο φοβική και δεν ενίσχυσε το αφήγημα των «κακών ξένων» εξίσου με την καμπάνια του BRexit, από θεσμική μάλιστα θέση. Η κυβέρνηση Κάμερον χρησιμοποίησε σαν επιχείρημα υπέρ της Παραμονής πως διαπραγματεύτηκε ένα περιοριστικό πλαίσιο για τη μετακίνηση εργαζομένων μέσα στην ΕΕ.

Ενδεικτικά, η πίεση της Βρετανίας για τον τερματισμό της επιχείρησης Mare Nostrum για τον εντοπισμό και τη διάσωση μεταναστών και προσφύγων από το Ιταλικό Ναυτικό, ήταν και δεδομένη και ομολογημένη ανοιχτά. Εκπρόσωπος της κυβέρνησης Κάμερον είχε μάλιστα δηλώσει πως η Βρετανία αντιτίθεται σε μεγάλης έκτασης προσπάθειες περισυλλογής και διάσωσης ναυαγών στη Μεσόγειο γιατί συνιστούσαν «παράγοντα προσέλκυσης μεταναστών».

Η λήξη του Mare Nostrum και η υποκατάστασή του από την επιχείρηση Τρίτων της Frontex, σήμαινε την εκτόξευση του αριθμού των πνιγμών στη Μεσόγειο όπως κατήγγειλε η Διεθνής Αμνηστία. Η βρετανική κυβέρνηση εξέπεμπε συστηματικά λοιπόν διαβεβαιώσεις στο εκλογικό σώμα πως είναι εξίσου ξενοφοβική με την άλλη πλευρά, απλά πιο υπεύθυνα ξενοφοβική.

Το κλίμα της επίρριψης των ευθυνών στους μετανάστες για τα αποτελέσματα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, την ίδια στιγμή μάλιστα που ένα απορρυθμισμένο εργασιακό τοπίο επέτρεπε τη χρήση ξένων (Ανατολικοευρωπαίων και Νοτιοευρωπαίων) μεταναστών για να ρίχνει την αμοιβή της εργασίας, ήταν και παραμένει ισχυρό πολιτικό αφήγημα των Βρετανών Τόριδων, η επιτυχία του οποίου ενίσχυσε και έθρεψε ακροδεξιά φαινόμενα όπως το UKIP και δημιούργησε τις συνθήκες για τη μαζική στροφή προς την ξενοφοβία εκτεταμένων στρωμάτων της εργατικής τάξης.

Καμία λοιπόν πλευρά δεν βασίστηκε κυρίως και επίσημα στην παρουσίαση μιας θετικής προοπτικής, αλλά έκτισαν αμφότερες πάνω στον φόβο του αγνώστου, το οποίο κάθε πλευρά έντυνε απλώς με διαφορετικά ρούχα.

Η περιφρόνηση των νικητών και η αμφισβήτηση της δημοκρατίας

Τα κυρίαρχα ΜΜΕ και οι δημοσιολόγοι της ημεδαπής και της αλλοδαπής, ιδίως βέβαια του Ηνωμένου (προς το παρόν) Βασιλείου, έχουν αποδυθεί σε έναν απεγνωσμένο αγώνα απαξίωσης του αποτελέσματος και άρνησής του. Στον πυρήνα των αναλύσεων αυτών βρίσκεται η συστηματική επίθεση και περιφρόνηση προς τις κοινωνικές ομάδες που υπερψήφισαν την έξοδο από την ΕΕ, με τη μεταφορά της «εξήγησης» για την ψήφο στη σφαίρα της ηθικολογίας, ή της ηθικολογίζουσας κοινωνιολογίας.

Υπάρχει ένας κυκεώνας αντιδράσεων που συντείνουν σε αυτή την μπρεχτικά ειρωνική απαίτηση «να παραιτηθεί ο λαός και η κυβέρνηση να εκλέξει νέο» την οποία μοιάζουν να υιοθετούν και εκλεγμένοι πολιτικοί . Στη Βρετανία ο παραδοσιακός ευρωσκεπτικισμός από τα δεξιά, είχε ισχυρό βήμα στα λαϊκά ταμπλόιντ που «έκτισαν» ατζέντα με ξενοφοβικό και εθνικιστικό πρόσημο. Το άλμα από αυτό στη συλλήβδην ταύτιση όλης της ψήφου εναντίον της ΕΕ με τον ρατσισμό και τον παραδοσιακό αγγλικό αντιευρωπαϊσμό είναι όμως έωλο.

Ενώ είναι ακριβές πως στην εκστρατεία του Leave ηγεμόνευσε επικοινωνιακά αυτή η ακροδεξιά ρητορική, μια τέτοια συνολική αναγωγή της ψήφου σε ρατσιστική διάθεση αγνοεί και το γεγονός ότι την κρίσιμη πλειοψηφία στο Leave την έδωσαν εκείνοι που αμφισβητούσαν την παραμονή στην ΕΕ από τα αριστερά και πως μεταγενέστερες δημοσκοπήσεις κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνουν μια τέτοιου είδους ηγεμονία του ρατσισμού στη βρετανική κοινωνία.

Κάθε δημοψήφισμα απαντά σε κάποιο ερώτημα, συχνά μάλιστα όχι σε αυτό που τίθεται αλλά σε αυτό που στην πραγματικότητα υπονοείται ή υποβόσκει. Ιδίως όταν συντρέχουν, όπως τώρα, συνθήκες αποδυνάμωσης της δημοκρατίας και οι πολίτες το μετατρέπουν σε συνολική ψήφο εμπιστοσύνης ή μομφής κατά ενός ολόκληρου πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού συστήματος. Επειδή οι κομματικοί μηχανισμοί και οι παραδοσιακές εκπροσωπήσεις ατονούν στα δημοψηφίσματα σε σχέση με τις κοινοβουλευτικές εκλογές, τα αποτελέσματα καταδεικνύουν το πολιτικό κλίμα χωρίς τη μεσολάβηση της πολιτικής συνήθειας.

Η απάντηση που δίνεται έτσι στο εκάστοτε ερώτημα δεν είναι σίγουρο πως θα είναι πάντα αποδεκτή από όλους, πάντως η κρίση για αυτό το θέμα δεν είναι ηθική, ακριβώς γιατί σε τελική ανάλυση, όπως είπαμε, ένα τόσο κρίσιμο δημοψήφισμα «επιλέγει» μόνο του το πραγματικό ζήτημα που θέλει να τεθεί. Στο δημοψήφισμα αυτό, οι συνθήκες ήταν τέτοιες (και αυτό θα όφειλε να το γνωρίζει ο Κάμερον) ώστε το πραγματικό ερώτημα για ένα κρίσιμα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος να είναι εκείνο της απελπισίας του αποκλεισμού και των μειούμενων μισθολογικών προοπτικών και εργασιακών προστασιών, αλλά και της ανησυχίας για τη δημοκρατική κυριαρχία στη χώρα τους.

Η ψήφος ήταν αναγκαστικά ψήφος «κατά» μιας επιλογής και όχι «υπέρ» μιας θετικής πρότασης. Αν το αγνοήσει κανείς αυτό και καταφύγει σε ηθικολογικούς δεκάρικους εναντίον του «αμαθούς λαού» και της υπερβολής της δημοκρατίας , μιλά για «κακομαθημένα παιδιά» και ζητά την κατάργηση των εκλογών, τότε επιβεβαιώνει με αυτήν ακριβώς τη στάση την καχυποψία των εκλογέων απέναντί του. Εμφανίζεται σαν ολιγαρχικός, υπερασπιστής μιας μη-υπόλογης νομενκλατούρας από την οποία ο λαός έσπευσε να διαφοροποιηθεί με την ψήφο του. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, η συνθηματολογία ξεπερνά την μπρεχτική ειρωνεία που προαναφέραμε: καλούνται οι ελίτ να εξεγερθούν απέναντι στις αμαθείς μάζες και να τις βάλουν στη θέση τους , να επικρατήσει η διακυβέρνηση μέσω τεχνοκρατών και να σταματήσουν οι εκτροπές (και μάλιστα όλο αυτό εκφωνούμενο από έναν μετριοπαθή έως τώρα αρθρογράφο).

Οι επιθέσεις στις «ανόητες μάζες» και στην ανωριμότητά τους έχουν παγκόσμιο χαρακτήρα, και βρίσκουν πάτημα συχνά από άλλα φαινόμενα ακροδεξιάς ανόδου παγκοσμίως, από τη Λεπέν μέχρι τον Τραμπ. Το ενδιαφέρον στις αναλύσεις αυτές είναι πως την κατάρρευση της νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος σε παγκόσμιο (ή έστω δυτικό) επίπεδο και την ανάδυση φαινομένων πολιτικής απελπισίας και πρωτογονισμού τη μεταφέρουν από το πλαίσιο της αναζήτησης των αιτίων για αυτή την εξέλιξη, στο πλαίσιο της καταδίκης και απόρριψης των φορέων αυτής της εξέλιξης.

Σε αυτό όλοι οι απολογητές του καταρρέοντος συστήματος (αυτό που ονομάστηκε «ακραίο κέντρο») συγκλίνουν, και με τον τρόπο αυτό γίνονται πόλοι αμφισβήτησης της δημοκρατίας, βγαίνοντας από τα δεξιά στην ακροδεξιά.

Εδώ όμως έχουμε πολλαπλά παράδοξα πολύ πέραν της Βρετανίας: η δημοκρατική και σώφρων Κεντροαριστερά και Κεντροδεξιά, οι δύο πυλώνες του θνήσκοντος νεοφιλελεύθερου μοντέλου, γίνονται οι σκληρότεροι τιμητές της δημοκρατίας της ίδιας. Στο βαθμό που το ακραίο αυτό κέντρο, οπουδήποτε στον κόσμο, εκφράζει τη φρίκη του για την άνοδο διαφόρων λαϊκισμών (με την τρέχουσα ασαφή δημοσιογραφική έννοια), αλλά συνεχίζει να ασκεί το ίδιο τεχνοκρατικό μοντέλο αποκομμένης και ανυπόλογης εξουσίας, ανατροφοδοτεί θετικά τις συνθήκες υπό τις οποίες αναπαράγεται και ενισχύεται η Ακροδεξιά. Όπως θετικά την ανατροφοδοτεί αυτή η μαζική απαξίωση του «αμόρφωτου λαού». Όπως παρατηρεί ο Matt Taibbi, η αντίδραση στο BRexit είναι ο λόγος που το BRexit συνέβη.

Οι ελίτ, όχι μόνο στη Βρετανία, αλλά και σε όλη την ΕΕ, επέλεξαν να κωφεύσουν στην κοχλάζουσα δυσαρέσκεια που πραγματικά ανέδειξε η κάλπη. Η στάση των Ευρωπαίων αξιωματούχων δείχνει πως το πάθημα της Βρετανίας δεν έγινε μάθημα και η σειρά από πολιτικές (πέρα από τις οικονομικές) κρίσεις που έρχονται στα απόνερα της βρετανικής απόφασης για έξοδο από την Ένωση, θα αντιμετωπιστούν με την ίδια εμμονικότητα και ακαμψία.

Ήδη, κατά την Handelsblatt , ο Σόιμπλε φαίνεται πως κατάλαβε από όλη αυτή την ήττα, πως δεν υπάρχει αρκετά αυστηρή τήρηση του δημοσιονομικού συμφώνου και πως χρειάζονται χρηματοδοτικοί εκβιασμοί προκειμένου να πειστούν οι χώρες να εφαρμόσουν τα αντιλαϊκά και διαβρωτικά για τη δημοκρατία μέτρα που αποκαλεί «μεταρρυθμίσεις». Υπό τις συνθήκες αυτές είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς κάποιο μέλλον σε αυτήν την Ευρώπη, με ή χωρίς τη Μεγάλη Βρετανία…

Επίμετρο


Την κρίσιμη διαφορά για να υπερισχύσει το Leave την έκαναν ψηφοφόροι του Εργατικού και του Πράσινου Κόμματος που ψήφισαν με άλλο σκεπτικό και άλλα κριτήρια από τον συντηρητικό πυρήνα. Μια ματιά στα ποιοτικά ευρήματα των δημοσκοπήσεων κάνει σαφές πως χωρίς αυτό το κομμάτι, το Leave δεν υπήρχε περίπτωση να συγκεντρώσει πλειοψηφία. Κατά έναν ειρωνικό τρόπο λοιπόν, η δική μας ήττα πέρυσι έδρασε πιθανόν καταλυτικά στη Βρετανία: αν δει κανείς την επιχειρηματολογία του Lexit (της καμπάνιας για έξοδο από την ΕΕ από αριστερή σκοπιά) και των ανθρώπων που από κάθε άλλο παρά ακροδεξιά σκοπιά ψήφισαν Leave, κεντρικότατο σημείο της ήταν πως η ΕΕ απέδειξε, α) με τη στάση της πέρυσι το καλοκαίρι στην Ελλάδα και β) με τη διαχείριση του προσφυγικού, πως είναι και τελεσίδικα αντιδημοκρατική και επίσης ξενοφοβική (αλλά απλά με πιο θεσμικό τρόπο και χωρίς τη ρητορική που συνοδεύει τις ηλιθιότητες του Farage).

Με άλλα λόγια, πέρα από την αυτοκρατορική αυταπάτη και την ξενοφοβία, που ήταν πάντα το υπόστρωμα του συντηρητικού ευρωσκεπτικισμού και υπήρχε πάντα, την πλειοψηφία στο Leave ενδέχεται να έδωσαν εκείνοι που απομυθοποίησαν την Ευρωπαϊκή Ένωση μετά το ευρωπραξικόπημα του Ιουλίου του 2015 στη χώρα μας. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε το πολιτικό αυτό φαινόμενο της πεταλούδας επιβεβαιώνει ήδη αυτό που λεγόταν από πέρυσι: μετά τον πειθαναγκασμό της Ελλάδας στη συνέχιση της λιτότητας, η Ευρώπη δεν θα ήταν ποτέ πια η ίδια.

20.10.16

Παραμορφωμένοι από την τρυφερή χάρη των κοινωνικών δικτύων

Moby, from "Are you lost in the world like me"official video

[Αναδημοσιεύω εδώ άρθρο μου που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Δημοσιογραφία" στο τεύχος 10, Άνοιξη 2016]

Κάποια εποχή οι απεργίες των δημοσιογράφων είχαν άμεση επίδραση στους πολίτες αυτής της χώρας. Προκαλούσαν ένα αισθητό κενό στην ενημέρωση. Οι εφημερίδες που δεν έβγαιναν, οι ειδήσεις στα ραδιόφωνα και τα κανάλια που δεν μεταδίδονταν, γινόντουσαν αντιληπτές σαν μια ενοχλητική σιωπή. Τα Μέσα πληροφόρησης για το τι γίνεται στον κόσμο και στην χώρα, ήταν κλειστά. Κάθε δημόσιος διάλογος έπαυε.

Σήμερα, καμία απεργία δημοσιογράφων δεν δημιουργεί την ίδια αίσθηση. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην απαξίωση της δημοσιογραφίας παντού, και με ιδιαίτερη ένταση (για πολλούς συγκυριακούς και συστημικούς λόγους) ειδικά στη χώρα μας. Όμως, κυρίως οφείλεται στη δραματική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο ενημερώνεται ένα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των πολιτών.

Στην Ελλάδα και στον κόσμο ολόκληρο το διαδίκτυο ανέτρεψε το μοντέλο διάδοσης και παραγωγής της ενημέρωσης. «Εκδημοκράτισε» και κατέστησε απλή την «έκδοση» πάσης φύσεως δημοσιογραφικών ή ενημερωτικών εγχειρημάτων σε όλο το φάσμα. Από το ερασιτεχνικό και το ακτιβιστικό μέχρι τα διάφορα ενημερωτικά «μικρομάγαζα» κάθε είδους. Η κυριαρχία των social media (κοινωνικών μέσων ή μέσων κοινωνικής δικτύωσης – ΜΚΔ), στη συνέχεια, άλλαξε τελείως τους τρόπους διάχυσης της είδησης και «προσωποποίησε» τις ροές ειδήσεων και πληροφορίας.

Οι αλλαγές αυτές δεν είναι κάτι το δευτερεύον. Επηρεάζουν και μεταβάλλουν δραστικά ολόκληρο το οικοσύστημα της πληροφόρησης και της δημόσιας συζήτησης· σπάζουν μερικώς (συχνά εικονικά) την ασυμμετρία μεταξύ πομπού και δέκτη της πληροφόρησης· αλλάζουν τις πρακτικές και τις δεξιότητες που απαιτούνται από δημοσιογράφους, δημοσιολογούντες και αναγνώστες· και αυξάνουν το λόγο θορύβου προς σήμα της διαχεόμενης πληροφορίας.

Στην πορεία δημιουργούν, ή μάλλον επεκτείνουν από εκεί που την είχε αφήσει η τηλεόραση, μια έρημο του, κατά Μποντριγιάρ, «υπερπραγματικού», και αναδεικνύονται σε υπονομευτές της δυνατότητας για έλλογη συζήτηση, κάτι που επικρεμόταν πάντα σαν ένας από τους λανθάνοντες κινδύνους (ή στόχους;) της μαζικοποίησης των μέσων ενημέρωσης και της συγκεντρωτικής εμπορευματοποίησής τους.

Ποσότητες και ποιότητες

Ας πάρουμε τα πράγματα από την ποσοτική τους αρχή: Πυλώνας πλέον της ενημέρωσης σαν μέσο είναι το διαδίκτυο. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, στην Ελλάδα το 2014 το 68% περίπου του πληθυσμού έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο. Το ποσοστό στους κάτω των 44 ετών είναι 83% και πάνω, σε αντίστροφη αναλογία με την ηλικία. Από αυτούς, το 85% διαβάζει ειδήσεις online. Το 65% (που γίνεται 88% στις μικρές ηλικίες) μπαίνει στις σελίδες υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης (όπως facebook, twitter, instagram κτλ).

Μπορούμε λοιπόν να δούμε πως κατά μέσο όρο, ήδη στην Ελλάδα, πάνω από τους μισούς κατοίκους της χώρας ενημερώνονται από το διαδίκτυο. Αν συνυπολογιστεί και η χρήση των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης (που φιλοξενούν ενημερωτικούς συνδέσμους κάθε είδους) το ποσοστό γίνεται τεράστιο, ιδίως στις ενεργές ηλικίες. Στις ΗΠΑ, το 63% των χρηστών του facebook και του twitter δήλωναν το καλοκαίρι του 2015 στην Pew Research πως οι πλατφόρμες αυτές κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν και τη βασική τους πηγή ειδησεογραφικής πληροφόρησης.

Τα νέα κανάλια

Συνεπώς, στο κέντρο της «κατανάλωσης περιεχομένου» γενικά και ειδησεογραφίας (και ανάλυσης) ειδικά, βρίσκονται, όλο και περισσότερο, τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Οι πλατφόρμες τους αποτελούν τα νέα «αμφίδρομα» κανάλια. Ήδη στους περισσότερους ειδησεογραφικούς ιστοχώρους οι παραπομπές συνδέσεων από το facebook είναι – εδώ και 3-4 χρόνια τουλάχιστον – πολύ περισσότερες από εκείνες από το Google.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι πλέον βασικοί κόμβοι στο δίκτυο της πολιτικής οικονομίας των (όχι πια και τόσο) «νέων» μέσων. Χαρακτηριστικά, το Βαρόμετρο Εμπιστοσύνης της Edelman για το 2016, σε 28 χώρες δείχνει πως πιο αξιόπιστες πηγές ειδήσεων θεωρούνται από τους πολίτες των χωρών αυτών οι μηχανές αναζήτησης. Η ψαλίδα μεταξύ των παραδοσιακών μέσων (στα οποία περιλαμβάνονται βέβαια και τα διαδικτυακά τους σκέλη) και των αμιγώς διαδικτυακών κλείνει – με αυξανόμενη την αξιοπιστία και των ΜΚΔ. Ειδικά στους κάτω των 33, η ψαλίδα αυτή έχει κλείσει ήδη και ως προς τα διαδικτυακά ΜΜΕ όσο και ως προς τα ΜΚΔ.


Στην Ελλάδα

Αξίζει να τονίσουμε πως στην Ελλάδα η απαξίωση της ηλεκτρονικής και έντυπης δημοσιογραφίας έχει οδηγήσει σε μια πιο «προωθημένη» αποδοχή και θετική αξιολόγηση των ΜΚΔ από ό,τι σε άλλες χώρες. Έτσι, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο του Φθινοπώρου του 2014, η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες στην ΕΕ στις οποίες το διαδίκτυο διαθέτει μεγαλύτερη αξιοπιστία από ό,τι τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και οι εφημερίδες. Επίσης, η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα στην ΕΕ ως προς τη θετική πρόσληψη της αξιοπιστίας των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι και στην Ελλάδα, όπως παντού στη Δύση, η καθημερινή πολιτική ατζέντα κυριαρχείται ακόμα από τις επιλογές των τηλεοπτικών (βασικά) ΜΜΕ, η υποβάθμιση (στην Ελλάδα κατάρρευση) της αξιοπιστίας τους, τη δυναμιτίζει, και οδηγεί σε αρνητική αντιμετώπισή της. Η προωθούμενη εκάστοτε ατζέντα προσλαμβάνεται από την πλειονότητα, ιδίως των νέων, όλο και περισσότερο με εξαιρετικό σκεπτικισμό.

Παρότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το διαδίκτυο ακόμα για να εστιάσει την κοινή γνώμη εξίσου μαζικά σε συγκεκριμένα γεγονότα όπως η τηλεόραση, μπορεί να υπονομεύει αποτελεσματικά και ποικιλοτρόπως τις αφηγήσεις των ΜΜΕ ακολουθώντας την κοινωνική διάθεση, που είναι απορριπτική σε μεγάλο βαθμό απέναντί τους. Αυτό, σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις, είναι μια ελληνική ιδιαιτερότητα, που προκαλεί ένταση της σημασίας των ΜΚΔ και του διαδικτύου γενικότερα στην ενημέρωση σε σχέση με τις περισσότερες άλλες χώρες της ΕΕ ή τις ΗΠΑ.

Έτσι, ενώ η τηλεόραση (κυρίως) καθορίζει ακόμα το τι συζητείται ευρύτερα, δεν ελέγχει πια καθόλου τον τρόπο που συζητιέται, αλλά ούτε και τα επιμέρους θέματα και τα πληροφοριακά αντικείμενα που εξαπλώνονται ατάκτως μέσα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Δικτύωσης και δρουν σωρευτικά και αποτελεσματικότατα σαν διεκδικητές της προσοχής του χρήστη στο διαδίκτυο σε σχέση με τα προωθούμενα από τα παραδοσιακά ΜΜΕ.


Τα Μέσα και οι παθολογίες τους

Ας εστιάσουμε στους μηχανισμούς διεκδίκησης της «επισκεψιμότητας». Αυτοί οι μηχανισμοί διαμορφώνουν ταυτόχρονα και ένα μέρος από τη μεθοδολογία της διαδικτυακής δημοσιογραφικής πρακτικής. (Αλλά και εκείνη κάθε διαδικτυακού περιεχομένου προς εμπορευματοποίηση).

Μια από τις βασικές στρατηγικές αύξησης της επισκεψιμότητας ενός ιστοχώρου είναι

  • Να πείσει / προκαλέσει τους χρήστες των ΜΚΔ να αναπαραγάγουν / αναρτήσουν μια είδησή του και
  • Να πείσει όσους τη δουν να την αξιολογήσουν θετικά και να κάνουν «κλικ» σε αυτήν.

Σε αυτό το πλαίσιο, για οικονομικούς λόγους, ένα κυρίαρχο μοντέλο παραγωγής περιεχομένου ξεκινά από τον τίτλο και φτάνει μόνο μέχρι την περιγραφή. Στα πιο ευτελή από τα «ενημερωτικά σάιτ» υψηλότερης επισκεψιμότητας («ενημερωτικά μπλογκ» είχε καθιερωθεί εσφαλμένα να ονομάζονται[1]) η ερεθιστικότητα του τίτλου, παραβαίνει κάθε δεοντολογική αρχή. Άλλες φορές ανακυκλώνονται ή παραποιούνται φωτογραφίες, βίντεο ή ειδήσεις παρελθόντων μηνών ή ετών. Άλλες φορές ο τίτλος δεν προκύπτει από το περιεχόμενο. Πιο συχνά ακόμα ο τίτλος είναι διατυπωμένος έτσι, ώστε να γαργαλάει την περιέργεια του χρήστη με διάφορα τρικ κ.ο.κ.


Τερατολογίες

Στην κατώτερη στάθμη αυτής της παραδημοσιογραφίας (αλλά όχι μόνο πια εκεί), είναι η υιοθέτηση αλλά και η εφεύρεση συνωμοσιολογικών και κίτρινων τερατολογιών, φημών και λάσπης, σε συνέχεια της μεγάλης παράδοσης του σκανδαλοθηρικού και κίτρινου τύπου, αλλά σε κλίμακα και συντονισμό τάξεις μεγέθους μεγαλύτερο από οτιδήποτε μπορούσε να παραχθεί από έντυπα. Παράλληλα με το κερδώο σκέλος, ανάλογες τεχνικές χρησιμοποιούνται και στο κομμάτι της εξυπηρέτησης οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων. Άρα, η ροή της πληροφόρησης μέσα στα ΜΚΔ είναι σε συνεχείς ρήξεις με το πραγματικό. Μάλλον, για την ακρίβεια, σε σχέση υποβολιμιαίας δημιουργικής επανερμηνείας και επαύξησής του…

Θα μπορούσε κανείς να αντείπει πως παράλληλα με τις παθολογίες αυτές, έχει δημιουργηθεί ένας ζωτικός και ευρύτατος χώρος δημόσιας συζήτησης. Πως έχει αποδοθεί σε αδρανείς μέχρι τώρα αναγνώστες / τηλεθεατές η δυνατότητα ενεργούς παρέμβασης και στη διανομή και στην παραγωγή πληροφορίας. Αν και αυτό είναι εν μέρει αλήθεια, τόσο το ιδιωτικοποιημένο περιβάλλον των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης και το ιδεολογικό πλαίσιο των συμφραζομένων τους[2], όσο και η παραμένουσα ασυμμετρία ισχύος της πληροφόρησης, αλλά και της δυνατότητας διαφημιστικής προώθησης περιεχομένου που δίνουν οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, δρουν στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.

Δυσλειτουργίες

Παρακάτω θα περιγράψω μερικές μόνο από τις δυσλειτουργίες / παθολογίες που γεννά η νέα κεντρικότητα των ΜΚΔ στην παραγωγή, διάχυση και πρόσληψη της πληροφόρησης.

Η δομική μη-αντιστρεψιμότητα της παραπληροφόρησης

Άπαξ και κάτι κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο και μοιραστεί στα social media είναι αδύνατον να αποσυρθεί και δυνητικά θα κυκλοφορεί κατά κύματα αέναα, χωρίς δυνατότητα διόρθωσης, ακόμα και αν αποδειχθεί περίτρανα το αβάσιμό του, παρά μόνο για το πολύ μικρό κομμάτι εκείνων που και διαβάζουν τα σχόλια των άλλων και καταλαβαίνουν τι σημαίνει τεκμηρίωση. Οι δυνατότητες ατέρμονης παραπληροφόρησης, απάτης, λασπολογίας, δυσφήμισης και συκοφαντίας (ή προώθησης, διαφήμισης και αγιογράφησης βέβαια) που προσφέρουν τα ΜΚΔ με την αρωγή συνήθως ιστοχώρων αμφίβολης καθαρότητας και δημοσιογραφικής δεοντολογίας (αλλά όχι μόνο τέτοιων), που αναπαράγουν ό,τι θεαματική ράδιο-αρβύλα περνάει από τα αυτιά τους ή που απλά την επινοούν, είναι πρωτοφανείς στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Στα ΜΚΔ, με μετανεωτερικότατο τρόπο, η μυθοπλασία και η είδηση, η ιδεολογική επινόηση και η τεκμηριωμένη ιστοριογραφία, η κακόβουλη ψευδολογία και το λεπτομερές ρεπορτάζ, η επιστημονική άποψη και οι «τσαρλατανισμοί», είναι όντωςεπικοινωνιακά ισοδύναμα, πρακτικά.


Η φούσκα του φίλτρου (filter bubble)

Μια βασική δυνατότητα που έχουν δώσει στους χρήστες τα ΜΚΔ είναι εκείνη της «προσωποποίησης» της χρονογραμμής, δηλαδή το να μπορεί να επιλέγει και να διατηρεί επαφή κανείς μόνο με εκείνους τους φίλους ή τις ενημερωτικές / ειδησεογραφικές / αναλυτικές πηγές που εκείνος επιλέγει. Παρότι αυτή η δυνατότητα είναι αναμφίβολα εύχρηστη και δυνητικά χρήσιμη, δημιουργείται έτσι ένα όλο και πιο «προστατευμένο» περιβάλλον ενημέρωσης, όπου απόψεις και αντιλήψεις δεν τίθενται ποτέ υπό αμφισβήτηση και ελάχιστα νέα πλην των προκαθορισμένων φτάνουν στον εκάστοτε χρήστη. Από την τυραννία των «φρουρών» της πληροφορίας των ΜΜΕ, φτάνουμε στην αυτο-περίκλειση σε έναν θάλαμο με καθρέπτες, όπου κάθε άνθρωπος μπορεί να αυτοαποκλείεται αποτελεσματικά από την πραγματικότητα, μέσα σε μια αέναη επανάληψη του ασφαλούς για αυτόν, έχοντας ταυτόχρονα την ψευδαίσθηση της σφαιρικής ενημέρωσης.

Η υποστολή της δημοσιογραφικής δεοντολογίας στα ΜΚΔ

Σε έρευνα της ING το 2014, διαπιστώθηκε πως ένα μεγάλο τμήμα των δημοσιογράφων διεθνώς θεωρούν, αφενός, πως δεσμεύονται λιγότερο από τη δημοσιογραφική δεοντολογία στα ΜΚΔ και, αφετέρου, ελέγχουν και επιβεβαιώνουν τα όσα γράφουν στα περισσότερα Μέσα πολύ λιγότερο από ό,τι παλαιότερα και κυρίως μετά τη δημοσίευση. Αυτή η συστηματική απώλεια ελέγχου από τους (έστω και τυπικά) θεματοφύλακες της διασταύρωσης της πληροφορίας, στοιχίζει πολλαπλασιαστικά στην ακεραιότητα των όσων μεταφέρονται, ακόμα και από καθιερωμένα και με κύρος ΜΜΕ μέσα από το διαδίκτυο.


Το δίκοπο μαχαίρι της διπλής ιδιότητας παραγωγού – λήπτη περιεχομένου.

Αντίθετα με την παλιά μορφή πρόσληψης ειδήσεων ή αρθρογραφίας, σήμερα ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα των χρηστών ΜΚΔ είναι ενεργοί συμμέτοχοι, όχι μόνο στην επιλογή και στη διάχυση του περιεχομένου που διαβάζουν. Συχνά και στην παραγωγή. Ανάλογα με τη «θεαματικότητα» όσων μεταφέρουν πολλά από τα στάτους, τις φωτογραφίες, τα βίντεο ή τα tweets που εμφανίζονται, διαχέονται και επαναλαμβάνονται σε μεγάλη κλίμακα, συχνά δε αναπαράγονται και από μαζικότερα μέσα. Αυτό έχει το πλεονέκτημα της αμεσότητας και δίνει τη δυνατότητα ταχύτατης διάχυσης επί τόπου μαρτυριών και εναλλακτικών, αντί των επισήμων, ερμηνειών. Όμως, παράλληλα είναι εξαιρετικά ευάλωτη ως διαδικασία στην εξαπάτηση, στην παραποίηση, στην παρεξήγηση, αλλά και στο τρολάρισμα. Πρόκειται για την οικοδόμηση του υπερπραγματικού με όρους crowdsourcing.


Churnalism

Η ακατάπαυστη δραστηριότητα των ΜΚΔ επιτείνει τις ανάγκες παραγωγής περιεχομένου σε μια συνεχή γραμμή παραγωγής ειδήσεων σε 24ωρους ρυθμούς, σε news room που είναι συνήθως υποστελεχωμένα. Αυτό οδηγεί, σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι στον έντυπο ή τον ραδιοτηλεοπτικό τύπο, στην εκτενή παρουσίαση αυτούσιων αποσπασμάτων από εταιρικά, πολιτικά, οικονομικά και άλλα δελτία Τύπου, μπροσούρες, και γενικά έγγραφα δημοσίων σχέσεων ή προπαγάνδας – όλο αυτό που ονομάζεται διεθνώς churnalism. Αυτό μπορεί να γίνεται εσκεμμένα σαν μέρος κάποιας ατζέντας ή απλά λόγω της πίεσης του χρόνου. Αλλά, έχει πάντα ως αποτέλεσμα τη σύγχυση μεταξύ κάλυψης ενός θέματος και προώθησης μιας πλευράς ή άποψης επ’ αυτού. Καθώς όλο και περισσότερες εταιρείες και οργανισμοί κάθε είδους γίνονται «δημοσιογράφοι του εαυτού τους» με αποτελεσματικό τρόπο, η δυσκολία ξεδιαλύματος μέσα στα ίδια τα ΜΚΔ αυξάνει, και η ήδη δυναμιτισμένη διάκριση μεταξύ κριτικού και προωθητικού υλικού, για τους περισσότερους χρήστες γίνεται αδύνατη.


Τι να κάνουμε;

Ο Βρετανός δημοσιογράφος και ντοκιμαντερίστας Άνταμ Κέρτις (Adam Curtis), στη σειρά ντοκιμαντέρ All Watched Over By Machines of Loving Grace, που προβλήθηκε στο BBC το 2011, παρουσίασε τη θέση πως η υπόσχεση των υπολογιστών ως εργαλείων για την ανθρώπινη απελευθέρωση δεν μπορεί να υποστηριχθεί πια εκ του αποτελέσματος. Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές έχουν δράσει τελικά ως τώρα έτσι ώστε να μας παγιδεύσουν, ως ανθρωπότητα και ως πολίτες, σε μια πιο απλοϊκή και παραμορφωμένη εικόνα του τι συμβαίνει γύρω μας.

Ως παλιός και σταθερός χρήστης των ΜΚΔ, μπορώ ίσως να πω κάτι παρόμοιο για αυτά. Παρά την αρχική τεχνοφιλική προσδοκία της χρήσης των ΜΚΔ ως εργαλείων απελευθέρωσης και χειραφέτησης των αναγνωστών / χρηστών / θεατών από τη μονόπλευρη, ελεγχόμενη και μερική τροφοδοσία των μεγάλων και συστημικών ΜΜΕ, η πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς αυτή. Τα ίδια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ως εργαλεία μιντιακής διαμεσολάβησης, συνεισφέρουν και αυτά στη δημιουργία μιας απλοϊκότερης και παραμορφωμένης εικόνας για τον κόσμο. Εγκλωβίζουν μάλιστα τον κόσμο στην ψευδαίσθηση μιας αδιαμεσολάβητης και μη-χειραγωγήσιμης εμπειρίας. Δεν είναι ακριβώς απροσδόκητο το ότι αυτό συμβαίνει. Ζούμε μέσα σε μια συγκυρία που ηγεμονεύεται από μια οικονομικά μηχανιστική θεώρηση της ανθρώπινης φύσης. Οι μηχανισμοί που αυτή παράγει δεν θα μπορούσαν παρά να αποτυπώνουν την ηγεμονία αυτή.

Οπότε;

Ευτυχώς, κανένας μηχανισμός και κανένα εργαλείο δεν είναι στατικό. Επειδή η διαδικασία αυτή, καλώς ή κακώς, μόνο να προχωρήσει μπορεί και όχι να επιστρέψει σε μια (κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή κι αυτή άλλωστε) προγενέστερη των ΜΚΔ εποχή, έχει νόημα να αρχίσουν να διαδίδονται και να εγκαθίστανται πρακτικές, δεξιότητες και μηχανισμοί που θα επιτρέπουν τον απεγκλωβισμό από την παραμορφωτική φούσκα των social media. Αυτό απαιτεί εκπαίδευση και των επαγγελματιών και των χρηστών / συμπαραγωγών. Απαιτεί επίσης να υπάρχει μια κριτική εμπλοκή με τα ΜΚΔ σε όλα τα επίπεδα.

Υπάρχουν αρκετές τέτοιες πρωτοβουλίες, από τη δημιουργία ανοικτών και αποκεντρωμένων εναλλακτικών πλατφορμών, μέχρι συγκροτημένες προσπάθειες υπονόμευσης του κυρίαρχου μοντέλου χρησιμοποίησης των ΜΚΔ από τους παραγωγούς της πληροφορίας ή το ζητούμενο της διάχυσης των δεξιοτήτων κριτικής ανάλυσης της διαδικτυακής πληροφορίας – από το σχολείο ήδη με την εισαγωγή και διδασκαλία του ψηφιακού αλφαβητισμού από τους ειδικούς της Επικοινωνίας και των Μέσων. Είναι μια πολλαπλή και σύνθετη μάχη για όποιους θελήσουν να τη δώσουν.


Παραπομπές

[1] Το μπλογκ είναι προσωπικό ή συλλογικό, αλλά προϊόν αυτόβουλης επιθυμίας για επικοινωνία ή για συμμετοχή στον κύκλο της ενημέρωσης και κατάθεση άποψης. Τα ενημερωτικά site είναι μαγαζιά με εργαζομένους. Προωθούν για εμπορικούς ή πολιτικούς λόγους μια ατζέντα ή κάποιες ειδήσεις και απόψεις.

[2] Βλέπε την κριτική του Philip Mirowski για το facebook ως μηχανή αναπαραγωγής ενός νεοφιλελεύθερου “επιχειρηματικού εαυτού” (entrepreneurial self) στο βιβλίο του Never Let Α Good Crisis Go to Waste (Verso, 2013).

19.10.16

(Ξανά-) Θάβοντας τον Μιλόσεβιτς (remix: 2016)

Η παρούσα “αναψηλάφιση” της προ δεκαετίας ανάρτησης στο Ιστολόγιον, ξεκίνησε με αφορμή την απόφαση καταδίκης του Κάρατζιτς από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Πρώην Γιουγκοσλαβία, η οποία περιείχε ένα εδάφιο το οποίο ερμηνεύτηκε ως γενική αθώωση του Μιλόσεβιτς, και πήρε διαστάσεις και στον Ελληνικό Τύπο και στα Κοινωνικά Μέσα. Δεν πρόκειται όμως για κάτι τέτοιο παρά μόνο έμμεσα, για ένα κομμάτι των κατηγοριών, και για ένα θέμα (το αν η γενοκτονική εκστρατεία της Σερβοβοσνιακής ηγεσίας και η Σρεμπρένιτσα έγινε με τις οδηγίες του ή την ανοχή του) και από σπόντα. Η δίκη του Μιλόσεβιτς διακόπηκε με τον θάνατό του. Δεν πρόκειται να τελεσιδικήσει έτσι ή αλλιώς ποτέ.
Πρόκειται όμως για αναμενόμενη εξέλιξη: Ανάλογη απόφανση είχε προκύψει έμμεσα το 2007, όταν το ανώτατο διεθνές δικαστήριο είχε απορρίψει την κατηγορία περί συμμετοχής της νέας Γιουγκοσλαβίας σε γενοκτονία στη Βοσνία.  Στην ίδια κατεύθυνση ήταν η απαλλαγή για σχετικά εγκλήματα στο Κόσοβο του πρώην Προέδρου της ΟΔΓ Μίλαν Μιλουτίνοβιτς το 2009. Την προοικονομούσε η παντοιοτρόπως και πολλαπλά αφηγηματοκτόνα αθώωση του φασίστα Σέρβου ηγέτη Βόγισλαβ Σέσελι, λίγες μέρες μετά την καταδίκη του Κάρατζιτς από το ίδιο δικαστήριο, φέτος, μια απαλλαγή που πέρασε ελάχιστα σχολιασμένη στα διεθνή και ασχολίαστη στα Ελληνικά ΜΜΕ. Νομικός δεν είμαι αλλά έχω την αίσθηση πως ο συνδυασμός της απόφασης που απορρίπτει τις ευθύνες του γιουγκοσλαβικού κράτους, με την αθώωση του πλέον ανοιχτά και απροσχημάτιστα προπαγανδιστή εθνοκαθάρσεων στη Σερβία εκείνη την εποχή, δείχνουν πως δύσκολα θα καταδικαζόταν ο Μιλόσεβιτς στη Χάγη για οτιδήποτε είχε σχέση με γενοκτονία στη Βοσνία και την Κροατία, αν επιζούσε. Αυτό είχε διαφανεί και κατά την διάρκεια της δίκης του Μιλόσεβιτς όταν είχε γίνει εμφανές πως το κατηγορητήριο θα είχε προβλήματα. Κάτι που γεννά ερωτήματα που θα τα θέσω στην κατακλείδα της ανάρτησης...


Ακολουθεί το κείμενο του 2006, με μικρές σημειώσεις, μια μικροεπιμέλεια και με διορθωμένους και επαυξημένους κατάτι τους συνδέσμους - και στη συνέχεια ένα επίμετρο με επιπλέον πληροφορία και συνδέσμους μετά το 2006, που πραγματεύονται και το μετά τον Μιλόσεβιτς, αλλά και κάποια γενικά συμπεράσματα και παρατηρήσεις για την Γιουγκοσλαβία και τα όσα την ακολούθησαν...

Ντέιτον: Μιλόσεβιτς, Κλίντον, Τούτζμαν

Θάβοντας τον Μιλόσεβιτς: 17/3/2006 // O θάνατος του Μιλόσεβιτς έχει ήδη προκαλέσει δύο διαφορετικού τύπου νεκρολογίες / αποτιμήσεις. Η μία τον παρουσιάζει λίγο-πολύ ως έναν δικτάτορα, έναν εθνικιστή, τον υπεύθυνο της Γιουγκοσλαβικής τραγωδίας και η άλλη ως τον συνεπή αντι-ιμπεριαλιστή, σοσιαλιστή, πατριώτη που αντιτάχθηκε στα υπερατλαντικά συμφέροντα. Και οι δύο εκτιμήσεις διατυπώνονται ερήμην των πραγματικών γεγονότων.

Ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς υπήρξε ένας αδίστακτος καιροσκόπος που ηγεμόνευσε στα πολιτικά πράγματα της Σερβίας για πολλούς λόγους, αλλά η “δικτατορικότητά” του δεν ήταν ο μόνος από αυτούς. Αν και το πέτυχε με πολλούς και αιματηρούς συχνά τρόπους, ο Μιλόσεβιτς εκλεγόταν σε θέσεις εξουσίας για περισσότερο από μια δεκαετία με σχετικά άνετες πλειοψηφίες, εκμεταλλευόμενος (αλλά όχι ταυτιζόμενος με) τον Σερβικό εθνικισμό. Ανά πάσα στιγμή, όσο και να αλλοίωνε το εκλογικό αποτέλεσμα (που συχνά το έκανε σε κάποιο βαθμό) όσο και να εκφόβιζε / τρομοκρατούσε τους πολιτικούς του αντιπάλους (που κι αυτό το έκανε συστηματικά), θα μπορούσε να ανατραπεί σε κάποιες εκλογές. Το ότι αυτό δεν συνέβη οφείλεται και στην ανικανότητα της λεγόμενης “Δημοκρατικής Αντιπολίτευσης” (για την οποία περισσότερα παρακάτω) και στην αποχή από τις Γιουγκοσλαβικές εκλογές του συνόλου σχεδόν των Αλβανών Κοσοβάρων. Η τελευταία αυτή λεπτομέρεια καταδεικνύει την ταύτιση συμφερόντων μεταξύ Αλβανικού εθνικισμού στο Κόσοβο και του προσωπικού συμφέροντος του Μιλόσεβιτς — μια «αλλόκοτη σύγκλιση» από τις πολλές στην τέως Γιουγκοσλαβία. Οι Αλβανοί Κοσοβάροι δεν ήθελαν να εκλεγεί κάποιος πιο αποδεκτός από την Δύση ηγέτης (και πιθανόν και πιο ευνοϊκά διακείμενος απέναντι στην φιλελευθεροποίηση στο Κόσοβο) στην Γιουγκοσλαβία, γιατί αυτό θα κλόνιζε τα αποσχιστικά τους σχέδια. Ο Μιλόσεβιτς δεν είχε κανένα κίνητρο να βελτιώσει την κατάσταση των Αλβανών στο Κόσοβο ώστε να τους βάλει στο πολιτικό παιχνίδι γιατί τότε οι ψήφοι που έπαιρνε έτσι μονοκούκι στο Κόσοβο (της Σερβικής μειονότητας και μόνο), θα γίνονταν μειοψηφικοί και θα υπονομευόταν η εκλογή του.

 Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Μιλόσεβιτς διατήρησε την θέση του και με ιδιαίτερα βίαιες μεθόδους, συνεργαζόμενος με εξαιρετικά αστέρια του Σερβικού υποκόσμου σε ενέργειες που ήταν σαφώς εγκληματικές. Το πιο πρόσφατο και πιο καραμπινάτο παράδειγμα είναι η δολοφονία του Στάμπολιτς (του αρχικού μέντορα και προστάτη του Μιλόσεβιτς) το 2000. Ένα άλλο η δολοφονία του δημοσιογράφου Σλάβκο Τσουρβίγια το 1999. Η δεκαετία της διακυβέρνησης της Σερβίας από τον Μιλόσεβιτς ήταν μια δεκαετία εθνικών ταπεινώσεων, εσωτερικής καταπίεσης και γενικευμένης δυστυχίας — αλλά και ιλιγγιώδους δημογραφικής κατάρρευσης.

Ο Μιλόσεβιτς δεν υπήρξε και σοσιαλιστής. Οι διαδικασίες ιδιωτικοποιήσεων ξεκίνησαν επί των ημερών του με την επιπλέον ιδιομορφία ότι οι αγοραστές ήταν “δικοί του” ή εντάσσονταν στα πλαίσια κάποιων υποχρεώσεών του προς τρίτους (π.χ. η πώληση των ορυχείων του Κοσόβου στον Μυτιληναίο, ή του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών). O Μιλόσεβιτς είχε μια συμβιωτική σχέση αμοιβαίας “διευκόλυνσης” με τους αδελφούς Κάριτς, τους πλουσιότερους ανθρώπους στην τέως Γιουγκοσλαβία. Αυτό δεν απέτρεψε την οικογένεια Κάριτς να τον “πουλήσει” όταν διαφάνηκε η αδυναμία του και η επικείμενη πτώση του, αλλά ακόμα και σήμερα θρυλείται (αν και δεν υπάρχουν φυσικά αποδείξεις) ότι ο υπόδικος σήμερα (για πολιτικούς πλέον λόγους — είναι μια άλλη συζήτηση αυτό) Κάριτς ήταν και είναι τραπεζίτης της οικογένειας Μιλόσεβιτς. Από το ιδιωτικό Πανεπιστήμιο (είδατε πρωτοπορία ο Σλόμπο;) του κ. Κάριτς στο Βελιγράδι πήρε το πτυχίο του ο προβληματικός γιος του Μιλόσεβιτς, Μάρκο (εικάζω αξιοκρατικότατα…). Με άλλα λόγια ο Μιλόσεβιτς ήταν αρχηγός ενός δικτύου διαπλεκομένων μαφιόζων και συγγενών. Ο γιόκας του που λέγαμε φαίνεται πως διέπρεψε στο λαθρεμπόριο τσιγάρων. Αυτό δεν ήταν δικιά του ιδιαιτερότητα: Ο Τζίντζιτς λέγεται πως υπήρξε εκτός από "δημοκράτης" αντικαταστάτης του Σλόμπονταν και καθηγητής φιλοσοφίας, λαθρέμπορος τσιγάρων, όπως και η οικογένεια του “εγκεκριμένου από την Δύση” Μαυροβούνιου Τζουγκάνοβιτς.

Ο Μιλόσεβιτς έγινε “αντι-ιμπεριαλιστής” κατά λάθος. Έβαλε την Γιουγκοσλαβία στην υπό τις ΗΠΑ συμμαχία του 1990 στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου [edit 2016: τα λινκ που τεκμηρίωναν αυτόν τον ισχυρισμό δεν δουλεύουν, και δεν έχω κατορθώσει να βρω το οτιδήποτε σχετικά με την στάση της ΠΟΔΓ στον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, οπότε δεν επιμένω στο συγκεκριμένο], συζήτησε και πήγε με τα νερά, όταν τον συνέφερε, πάσης φύσεως Δυτικών — των οποίων υπήρξε ο βασικός συνομιλητής στο Ντέιτον — και πρωτοστάτησε στην διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας σε αγαστή σύμπνοια με τον Τούτζμαν, τον άλλο μεγάλο πρωταγωνιστή της Γιουγκοσλαβικής τραγωδίας. Η επίσκεψη του Υπ.Εξ των ΗΠΑ τότε Τζέιμς Μπέικερ στο Βελιγράδι, τον Ιούνιο του 1991, ζητώντας την διατήρηση της ενότητας της Γιουγκοσλαβίας, θεωρήθηκε μάλλον ορθώς από το Βελιγράδι σαν πράσινο φως για την εισβολή στη Σλοβενία μετά από μερικές μέρες - και χωρίς αντίδραση από την Ουάσινγκτον. Έγινε αντι-ιμπεριαλιστής όταν συνειδητοποίησε πως η αποικιακού τύπου συμφωνία που του δόθηκε να υπογράψει για τον Κόσοβο, θα τον καταδίκαζε στην απώλεια της εξουσίας και την αρνήθηκε. Αλλά για πρώτη φορά στην καριέρα του, συστρατεύτηκε τότε πίσω από αυτήν την άρνηση και ολόκληρη σχεδόν η “δημοκρατική αντιπολίτευση”.

Από την άλλη, η μυθολογία ότι ο Μιλόσεβιτς υπήρξε εθνικιστής και πρωταρχικός (ή και μόνος) υπεύθυνος για όλες τις τραγωδίες που έπληξαν την τέως Γιουγκοσλαβία, είναι εξίσου έωλη. Ήταν ένας από τους κύριους πολιτικούς υπευθύνους για αυτές (ιδιαίτερα στα στάδια που προηγήθηκαν της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας) και είναι σαφές ότι και αυτός και ο Τούτζμαν είχαν επενδύσει πολλά στην διάλυση της χώρας, αλλά τελικά ήταν πρωταγωνιστής ενός δράματος που υπήρχε και θα υπήρχε ανεξάρτητα από αυτόν. Η αρχή της δαιμονοποίησης του Σλόμπο σαν υπερεθνικιστή έχει να κάνει με την εσφαλμένη υπεραπλούστευση του Βοσνιακού πολέμου ως μανιχαϊστικής μάχης καλών (Μουσουλμάνων) με κακούς (Σέρβους εθνικιστές). Αν και οι Σέρβοι υπήρξαν οι αποτελεσματικότεροι σφαγείς στην Βοσνία (και η σφαγή της Σρεμπρένιτσα υπήρξε μακράν η αιματηρότερη μεμονωμένη αγριότητα σε μια αιματηρότατη διαμάχη), αυτό οφείλεται στην σχετική τους υπεροπλία και όχι στην εκ των προτέρων δαιμονική τους φύση. Αυτό φαίνεται και από τα φονικά νούμερα που λένε μια διαφορετική ιστορία: Στον εμφύλιο της Βοσνίας φαίνεται ότι οι απώλειες σε αμάχους των Σέρβων ήταν σχεδόν απόλυτα ίσες με την αναλογία των Σερβοβόσνιων στον Βοσνιακό πληθυσμό (αλλά οι απώλειες εμπολέμων τους ήταν κάπως μικρότερες και των μουσουλμάνων μεγαλύτερες — η στρατιωτική υπεροπλία που λέγαμε) [βλ. όμως Επίμετρο 2016]. Αυτό δεν συνάδει με την εικόνα μονομερούς επιθετικότητας και βιαιοπραγίας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο Μιλόσεβιτς ήταν αυτός που ξέκοψε από την Σερβοβοσνιακή ηγεσία, που οδήγησε στη συμφωνία του Ντέιτον (υπό τις διαμαρτυρίες των Σερβοβόσνιων, που εκβιάστηκαν από τον Μιλόσεβιτς για να άρουν τις αντιρρήσεις τους) και που εγκατέλειψε τους Σέρβους της Κράινα στις διαθέσεις των Κροατών εκκαθαριστών της περιοχής χωρίς (ουσιαστικά) να βγάλει κιχ. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε και το γεγονός ότι ο Μιλόσεβιτς είχε να αντιμετωπίσει, την εποχή που ξεκινούσε ο Γιουγκοσλαβικός εμφύλιος, όλη την “δημοκρατική αντιπολίτευση” (με την εξαίρεση της Βέσνα Πέσιτς της Συμμαχίας Πολιτών με καθαρή αντιπολεμική φωνή που έπαιρνε όμως περί το 3% στις εκλογές) — που του έβγαινε από εθνικιστικότερες θέσεις. Πέρα από τον φασίστα Σέσελι, ο Ντράσκοβιτς ήθελε να ξανασυστήσει τους (φασίστες και δοσίλογους) Τσέτνικ (προς τιμήν του έγινε μετριοπαθέστερος μετά το Βούκοβαρ, αλλά παρέμεινε σκληρά εθνικιστής), ο Ντζίντζιτς όταν τα έσπασε ο Μιλόσεβιτς με τον Κάρατζιτς, πήγε στο Πάλε και σούβλισε δημοσίως ένα βόδι παρέα με τον Κάρατζιτς, προσπαθώντας να τον προσεταιριστεί, ενώ ο Κουστούνιτσα εγκαλούσε τους Σοσιαλιστές για την εγκατάλειψη των Σέρβων της Βοσνίας και της Κράινα. Τον Ιούλιο του 1995, ενώ ο Μιλόσεβιτς διαπραγματευόταν την αναγνώριση της Βοσνίας ως ανεξάρτητου κράτους, και λίγο μετά την σφαγή της Σρεμπρένιτσα, ο (μετέπειτα “μεταρρυθμιστής” και δημοκράτης) Τζίντζιτς απέρριπτε κάθε τέτοια ιδέα, όπως και ο Κουστούνιτσα (δείτε και την σχετική δημοσιογραφική κάλυψη της εποχής).

Θα μπορούσε κανείς να πει πως αντίθετα με την αντιπολίτευση που ήταν σε εθνικιστική έξαρση (κάποιοι από άποψη και κάποιοι από τυχοδιωκτισμό) από τις αρχές της περασμένης δεκαετίας, ο Μιλόσεβιτς είχε τουλάχιστον την διάθεση όχι μόνο να συνωμοτήσει αλλά και να διαπραγματευτεί (και η επιλογή του ως συνομιλητή από την Δύση γι’ αυτό έγινε): μέσα στα πλαίσια της τακτικής του για την μετά την Γιουγκοσλαβία εποχή έφτιαξε μεν αλλά και αποκήρυξε τον (πρόσφατα αυτοκτονήσαντα στην Χάγη) ηγέτη των Σέρβων της Κροατικής Κράινα, Μίλαν Μπάμπιτς, τον οποίον έσπευσαν τότε να αγκαλιάσουν οι “δημοκράτες” της Σερβίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Μιλόσεβιτς έλυνε και έδενε στην Κράινα, αλλά υπάρχει εύλογη αμφιβολία για το αν όλα τα εγκλήματα που έγιναν από την Σερβική πλευρά εκεί ήταν κατόπιν δικών του εντολών. Στην Βοσνία η εγκατάλειψη του Κάρατζιτς που αναφέραμε (που ο ίδιος ο Μιλόσεβιτς στήριξε αρχικά) και η προθυμία του να φτάσει σε διαπραγματεύσεις τον έκαναν να θεωρηθεί “προδότης” από τμήμα της Σερβοβοσνιακής ηγεσίας.

Θέλω να πω με όλα αυτά, ότι η εκδοχή της ιστορίας που παρουσιάζει τους ιθαγενείς πρωταγωνιστές της Γιουγκοσλαβικής τραγωδίας ως την αιτία αλλά και τους σεναριογράφους της, είναι μια εκδοχή ανάπηρη και ανιστόρητη. Ο Γιουγκοσλαβικός εμφύλιος δεν ήταν αυτό το μανιχαϊστικό θέατρο σύγκρουσης καλών και κακών που προανέφερα, αλλά αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης συμπλοκής εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων η οποία εντέλει οδήγησε σε έναν ανεξέλεγκτο πόλεμο όλων εναντίον όλων, σε μια επιστροφή ενός ως τότε καλοζωισμένου και μορφωμένου λαού στην πιο άγρια βαρβαρότητα. Αιτία αυτής της αναδρομής στο ζωώδες ήταν η κατάρρευση ενός αυταρχικού αλλά βασικά πολιτισμένου συστήματος, με την παράλληλη ανάδειξη ως μόνης ενοποιητικής συλλογικής ταυτότητας τους επιμέρους εθνικισμούς και τις τοπικές ταυτότητες που άλλοι (Τούτζμαν, Ιζετμπέγκοβιτς) καθοδήγησαν και άλλοι (ο Μιλόσεβιτς) χειραγώγησαν. Αλλά ο εθνικισμός στα πλαίσια μιας κρίσης, όταν μάλιστα είναι απόλυτα αόριστα τα εδάφη τα οποία “οφείλουν” να “λυτρωθούν”, είναι το βέβαιο εισιτήριο (το ξέρουμε καλά στα Βαλκάνια) για την γενικευμένη θηριωδία και τα όμορφα χωριά που όμορφα καίγονται. Παρόλα αυτά, κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος που παρακολούθησε ειδησεογραφικά την εξέλιξη της τραγωδίας από πολλές πλευρές και συζήτησε με πολλούς τέως Γιουγκοσλάβους, γνωστούς και φίλους, διαφόρων πολιτικών κλίσεων και εθνοτήτων είναι το πιθανότερο πως, παρά τις εθνικιστικές ζυμώσεις και νευρώσεις, το κρίσιμο γεγονός που έθεσε αναπόδραστα πλέον σε κίνηση τις μηχανές του ολοκληρωτικού εμφυλίου πολέμου στην Βοσνία και στην Κροατία ήταν εξωγενές: η βιασύνη της Γερμανίας να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Κροατίας και της Σλοβενίας (σ.298), μια βιασύνη που σε πολλούς ήταν σαφές από τότε ότι θα οδηγούσε την Βοσνία στον εμφύλιο. Μια ολοκληρωμένη Χάγη, θα έπρεπε να περιλαμβάνει, πέραν των έως σήμερα παραπεμφθέντων, τους εν λόγω διπλωμάτες (και φυσικά εκείνους που βομβάρδιζαν την Σερβία και το Μαυροβούνιο, και τα “παράπλευρα” θύματα, για την “προστασία των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου” δηλαδή, εντέλει, για την εθνική εκκαθάριση Σέρβων και άλλων μη-Αλβανών από το Κόσοβο).

 Περισσότερα:
- Για τα γεγονότα και την ιστορία της Γιουγκοσλαβίας, εξαιρετική πηγή και αναλυτικότατη στο εύρος της έρευνας και τα συμπεράσματά της, ήταν η έκθεση του Netherlands Institute for War Documentation (NIOD) για την Σρεμπρένιτσα κατόπιν εντολής της Ολλανδικής κυβέρνησης. Ολόκληρη η έκθεση είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο και αποτελεί μια εξαιρετική πηγή για την πρόσφατη ιστορία της Γιουγκοσλαβίας (και τα γεγονότα της σφαγής της Σρεμπρένιτσα).

 — Ένα εξαιρετικό βιβλίο για την Γιουγκοσλαβική κρίση είναι το “
The Fall of Yugoslavia” του Misha Glenny. Ο Glenny έγραψε και πρόσφατα ένα καλό άρθρο για τον θάνατο του Μιλόσεβιτς και την μετα τον Μιλόσεβιτς Σερβία — η οποία λέει (και εγώ θα στοιχιμάτιζα) πως οδηγείται από τα γεγονότα σε κυβέρνηση Ριζοσπαστών (εθνικιστών νεοφασιστών — το κόμμα του Σέσελι). [ΝΒ 2016: Ο νυν και ο πρώην πρωθυπουργός της Σερβίας σήμερα, ανήκουν σε κόμμα που προέρχεται από διάσπαση του Κόμματος των Ριζοσπαστών]

 — Για τον τυχοδιωκτισμό του Μιλόσεβιτς είχα κάνει κάποιες καταχωρίσεις στο Αγγλικό Ιστολόγιο, σχετικά με μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν την πολιτική δράση του από κοντά:
1, 2. Σχετικά με το Κόσοβο και την δίκη του Μιλόσεβιτς είχα αναφέρει εδώ.

 — 
Η κατάθεση του (τέως συμβούλου του Κροάτη προέδρου Τούτζμαν) Σάρινιτς στην Χάγη — με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τις τότε διαπραγματεύσεις.

 — Πριν από δύο χρόνια — 
ένα άρθρο στην Guardian για το αδύνατο της καταδίκης του Μιλόσεβιτς για γενοκτονία.

 — 
Το πλήρες κείμενο της περιβόητης ομιλίας του Μιλόσεβιτς στο Κόσοβο το 89 πριν ανακαλέσει την αυτονομία της περιοχής. Είναι εντυπωσιακά μη-εντυπωσιακός.
Κατακλείδα:

 Ο Μπόρις Καγκαρλίτσκι είχε πει επ'αφορμή κάποιων αντισερβικών επεισοδίων στο Κόσοβο πως:
…Το θέμα δεν είναι πως η Δύση υποστήριξε την λάθος πλευρά στην σύγκρουση αυτή. Οι Σέρβοι εθνικιστές δεν είναι πιο αξιοπρεπείς και έντιμοι από τους Αλβανούς που προκαλούν ταραχές και δολοφονίες. Σε διαμάχες σαν κι αυτή δεν υπάρχουν καλοί, απλά οι κακοί και οι χειρότεροι. Και ο προσδιορισμός του ποιος είναι ποιος με οιαδήποτε βεβαιότητα είναι αδύνατος…
Λόγια που αφορούν εντέλει ολόκληρη την Γιουγκοσλαβική τραγωδία.

Επίμετρον 2016

Δημογραφία των εγκλημάτων: Έκτοτε έχουν δημοσιευθεί στοιχεία που απέχουν από λίγο έως πολύ από τα εδώ δημοσιευθέντα. Ο πιο έγκυρος απολογισμός μοιάζει να είναι εκείνος που δημοσιεύθηκε στα πλαίσια του ICTY το 2010, και ο οποίος παρουσιάζει την εξής εικόνα:



Με απογραφή αναφοράς εκείνη του 1991 (41% μουσουλμάνοι, 31% Σέρβοι 17% Κροάτες)… Είναι προφανές πως η σχετική υπεροπλία των Σέρβων / Σερβοβόσνιων μεταφράζεται και σε υψηλότερο ποσοστό Βόσνιων μουσουλμάνων (αλλά όχι Κροατών) αμάχων θυμάτων (αν και σε μια τέτοια σύγκρουση και οι ένοπλοι είναι και αυτοί πολίτες της χώρας και όχι ευκρινώς διαχωρίσιμοι από τον γενικό πληθυσμό). Η γενική παρατήρηση πως υπήρχαν άμαχοι-θύματα αυτού του πολέμου από όλες τις πλευρές σε όχι συντριπτική αναντιστοιχία με την πληθυσμιακή σύσταση νομίζω πάντως πως ισχύει.

Συμπεράσματα από τη Γιουγκοσλαβική τραγωδία - 10 χρόνια μετά

Μετά τους πολέμους δεν νίκησε κανείς: Παίρνει κανείς μια εικόνα των στόχων και των επιδιώξεων αλλά και του αλλοπρόσαλλου (;) της δυτικής επέμβασης εξετάζοντας τα τελικά αποτελέσματα των έξωθεν παρεμβάσεων και ρυθμίσεων τόσο στη Βοσνία, όσο και στο Κόσοβο, δύο από τα τρία προτεκτοράτα της ΕΕ στα Βαλκάνια.
Συγκεκριμένα:
Στην μεν Βοσνία, η κατάσταση είναι η εξής:

Ανάλογη ή και χειρότερη η κατάσταση στο Κόσοβο:

[Σε μια παράγραφο που δεν έχει σχέση με το θέμα μας, αλλά δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να την αναρτήσω μια και δείχνει την οικονομική παράνοια που μας δέρνει ανάγλυφα, το ΔΝΤ είχε να πει το εξής για μια οικονομία πλήρως μαφιοποιημένη, κατεστραμμένη κατά τα λοιπά, με δεκάδες χιλιάδες να φεύγουν ως *πρόσφυγες* ανά τον κόσμο κάθε χρόνο:
"Διατηρώντας τους μισθούς στο δημόσιο στα σημερινά επίπεδα, συγκρατώντας τις δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες και εισαγάγοντας προσπάθειες για αύξηση των εσόδων, θα δημιουργηθεί χώρος για φιλοαναπτυξιακής προτεραιότητας δαπάνες. Ο Συνδυασμός χαμηλότερων ελλειμμάτων και χρηματοδότησης από το ταμείο θα βοηθήσει να αυξηθούν τα αποθεματικά της κυβέρνησης" δήλωσε η αποστολή του ΔΝΤ"
Επίσης να υπογραμμίσω πως ο πεφωτισμένος εκπρόσωπος του ΔΝΤ στο Κόσοβο εστιάζει φέτος σε λίγα λέει πράγματα αλλά πρώτο από αυτά είναι "το μη-ανταγωνιστικό κόστος εργασίας" ("uncompetitive labor costs" - δεν κάνω πλάκα). σε μια χώρα που ο μέσος μισθός είναι στα 360 €, και ο βασικός στα 170€ to 2011, αλλά μάλλον χαμηλότερα πλέον]

Για το ICTY και το σκοπό των διώξεων

Με την εποπτεία που μας προσφέρει η χρονική απόσταση μπορούμε να δούμε πλέον μερικά πράγματα καθαρότερα.
1. Στο Διεθνές Δικαστήριο για την Πρώην Γιουγκοσλαβία για την Χάγη, εστάλησαν, πλην των αναμφισβήτητων άμεσων δραστών αγριοτήτων, και πολιτικά πρόσωπα. Οι παραπομπές αυτές (ανεξάρτητα από τις εγκληματικές πολιτικές ευθύνες του καθενός τους) έγιναν για λόγους πολιτικής νομιμοποίησης των επεμβάσεων και των αφηγημάτων της ανθρωπιστικής επέμβασης. Εξ αρχής ήταν δύσκολο η πολιτική ευθύνη να μεταφραστεί σε ποινική. Αυτό συνέβη με τον Μιλόσεβιτς και τον Μιλουτίνοβιτς, αυτό συνέβη με τον Άντε Γκοτόβινα (και εμμέσως στη δίκη του με όλη την Κροατική ηγεσία που αθωώθηκε "πλαγίως" για την εθνοκάθαρση στην Κράινα), αυτό συνέβη με τον Κοσοβάρο ηγέτη Ραμούς Χαραντινάι, γύρω από τον οποίο γινόταν του Noor1 συνεπικουρικά, Αυτό συνέβη επίσης και με την κατηγορία περί γενοκτονίας από την πλευρά της Γιουγκοσλαβίας και τελικά συνέβη ακόμα και με τις κατηγορίες για κάποιον σαν τον Σέσελι που προπαγάνδιζε ανοιχτά την εθνοκάθαρση στην "Μεγάλη Σερβία" και είχε και κυβερνητική θέση την εποχή του πολέμου του Κοσόβου, ενώ ήταν πολιτικά αναμεμειγμένος στη δημιουργία ομάδων θανάτου την εποχή του πολέμου στην Κροατία και στην Βοσνία. Ακόμα και ο Κάρατζιτς καταδικάστηκε μόνο για την σφαγή της Σρεμπένιντσα, όπου ο ρόλος του ήταν αδιαμφισβήτητος, και όχι για τις σφαγές στην ύπαιθρο, όπου ήταν δύσκολο να αποδειχθεί η προσωπική του εμπλοκή στις αγριότητες.

2. Η παραπομπή του Μιλόσεβιτς έγινε την ίδια στιγμή που αποκλείσθηκε η συμπερίληψη τυχόν εγκλημάτων του ΝΑΤΟ στην περιοχή, καθώς, :
In the aftermath of NATO's intervention in Kosovo, the Prosecutor stated that NATO's use of force in Kosovo subjected members of their militaries to the jurisdiction of the ICTY. She then appointed a committee to review allegations that certain acts by NATO forces constituted violations within the jurisdiction of the ICTY. The committee recommended that the Prosecutor not proceed with a formal investigation of any acts by NATO, and the Prosecutor deferred to that recommendation. 
Αυτό είναι ένα γενικότερο θέμα: κανένα διεθνές δικαστήριο δεν θα μπορεί να το πάρει κανείς σοβαρά όσο αυτοαποκλείεται από την δικαιοδοσία του η μόνη στρατιωτική υπερδύναμη. Σκεφτείτε μόνο το εξής ανέκδοτο: "Διεθνές Δικαστήριο για την εισβολή στο Ιράκ". Γίνεται; Δεν νομίζω...

3. Εκ του αποτελέσματος δεν προκύπτει πως το δικαστήριο ήταν "στημένο" μια και στην ανώτατη Σερβική ηγεσία πρακτικά δεν επιβλήθηκε καμία ποινή, ενώ η Κάρλα Ντελ Πόντε ήταν εκείνη που κίνησε διαδικασίες για τα εγκλήματα των συνέβησαν εναντίον των Σέρβων σε μια εποχή που οι κατηγορίες φαινόντουσαν εξωφρενικές μάλιστα στους περισσότερους και την αποδοκίμαζαν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι κάθε είδους. Το δικαστήριο αθώωσε τον Σέσελι παρά το μπινελίκι που του έριξε (η χαρά του Σέρβου φασίστα) οδηγώντας τον Σέρβο ακροδεξιό να μιλάει για την "εντιμότητα δύο δικαστών" αφού το αποκήρυττε ως στημένο κάθε δεύτερη μέρα. Σε ότι αφορά την διαδικασία, το δικαστήριο ήταν ασύμμετρο ως προς την Βοσνία - η μεγάλη πλειονότητα των κατηγορουμένων αλλά και των καταδικασθέντων στο δικαστήριο αφορούσε την Βοσνία ακόμα και σε επίπεδο, φρουρών και στρατιωτών, εν αντιθέσει με όλες τις άλλες αγριότητες των γιουγκοσλαβικών πολέμων εκεί η μεγάλη πλειονότητα των καταδικασθέντων ήταν Σερβοβόσνιοι. Υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις για την επιλογή των παραπεμφθέντων, καθώς δηλαδή παραπέμφθηκε ο κάθε ανθυποεγκληματίας στην Βοσνία αλλά όχι οι ενεργά συμμετέχοντες αξιωματικοί στην εθνοκάθαρση της Κράινα π.χ.
4. Όμως σε ότι αφορά τις κορυφαίες διώξεις, είναι για μένα προφανές πως ο Μιλόσεβιτς διώχθηκε για αμιγώς πολιτικούς λόγους, με σκοπό να παραπεμφθεί ακριβώς την στιγμή που ετοιμαζόταν η καθαίρεσή του και η υποκατάστασή του από την εθνικιστική αντιπολίτευση της δεκαετίας του '90. Το ότι δεν υπήρχε επαρκής βάση για τις κατηγορίες αυτές είναι είπαμε προφανές εκ των αποτελεσμάτων των δικών της Χάγης. Η δίωξή του είχε σκοπό την στιγμή της παραπομπής και της σύλληψής του την εμπέδωση της ιδέας της "δίκαιης επέμβασης" και της δυτικής αφήγησης περί το Γιουγκοσλαβικό αλλά και την εκκαθάριση της Σερβίας από δυνητικά προβληματικές για την Δύση κυβερνήσεις. Αυτό δεν έχει να κάνει με το αν είχε ευθύνες ο Σ.Μ για την καταστροφή, ή αν ήταν εγκληματίας (ήταν όπως είπαμε), έχει να κάνει με το αν υπήρχε κάποια εναλλακτική πολιτική πρόταση σε αυτόν την κρίσιμη εποχή που να μην ήταν εθνικιστικότερη από εκείνη που υπηρέτησε. Η απάντηση ανήκει στη σφαίρα του αναστοχασμού για το απραγματοποίητο, που με την σειρά της ανήκει στην σφαίρα της μεταφυσικής, αλλά εκείνη την εποχή, ο Μιλόσεβιτς για πολλούς παρατηρητές και υποψιάζομαι και Σέρβους πολίτες, έμοιαζε η λιγότερο εθνικιστική πολιτική επιλογή, όσο παράδοξο και να φαίνεται αυτό σήμερα

Ο φασίστας παραστρατιωτικός και γκάνγκστερ Αρκάν σε θερμή χειραψία με τον φίλο του και δημοκρατικό διάδοχο του Μιλόσεβiτς  Ζόραν Τζίντζιτς

Η μεγάλη εικόνα

Είναι πλέον αδύνατον να δούμε τον χειρισμό του Γιουγκοσλαβικού και τις "ανθρωπιστικές επεμβάσεις" στη Γιουγκοσλαβία ερήμην του τι επακολούθησε. Της εισβολής δηλαδή στο Ιράκ (και της "δίκης του Σαντάμ") ή της στήριξης δυτικόφιλων κυβερνήσεων σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (στις οποίες συμμετέχουν ακόμα και καραμπινάτοι ναζιστές, όπως στην Ουκρανία), ή ακόμα και της επέμβασης στη Λιβύη (με την "αυθόρμητη εκτέλεση του Καντάφι") ή στη Συρία. Είναι αδύνατον να μην δούμε πως όλα αυτά, της δίκης Μιλόσεβιτς συμπεριλαμβανομένης, ήταν πρόλογος. Και έχοντας πει αυτό πρέπει να επισημάνω πως κινδυνεύουμε από δύο εξίσου προβληματικές αν και αντιδιαμετρικές οπτικές.
- Από τη μία την υποκατάσταση της πολιτικής και της ηθικής οπτικής (που είναι για μένα συνυφασμένες) από μια, συχνά φαντασιακή ή συμβολική, γεωπολιτική στράτευση. Να πούμε δηλαδή πως όλα όσα έγιναν στην Βοσνία από τους Σερβοβόσνιους ή στο Κόσοβο από τους Σέρβους ήταν καλώς καμωμένα επειδή βρισκόταν ακουσίως σε σύγκρουση με βασικές γεωπολιτικές επιλογές των ΗΠΑ ή της Γερμανίας - ή σήμερα να αντιμετωπίζουμε το καθεστώς Άσαντ σα να ήταν καθεστώς αγίων, σαν να μην ήρξατο χειρών αδίκων ανοίγοντας πυρ εναντίον αόπλων αρχικά διαδηλωτών, επειδή είναι στην Αμερικανική / Σαουδαραβική / Ευρωπαϊκή ατζέντα η ανατροπή του. Αλλά προσωπικά θα υπενθυμίζω πάντα πως κάθε ενεργή στράτευση είναι τοπική - και η άμεση αντίδραση στο βιωμένο κακό και στην αδικία στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου, πάντα αποτελεί σε πρώτη ανάλυση υπέρτατο τεκμήριο δίκαιης στράτευσης. Η θεώρηση των Γιουγκοσλαβικών πολέμων από γεωπολιτική σκοπιά είναι χρήσιμη, αλλά σε ό,τι αφορά το άμεσο επίδικο, περισσότερα για την πολιτική ταυτότητα και το ποιον της σερβοβοσνιακής ηγεσίας μας λέει εδώ στη χώρα μας τούτο: οι Έλληνες εθελοντές στο πλευρό τους ήταν όλοι χρυσαβγίτες και στρατόκαυλοι πυροβολημένοι εθνικιστές, το πολιτικό τους όραμα δε ήταν η εθνοκάθαρση.

- Από την άλλη η ανάλυση που λέει πως η γεωπολιτική είναι ηθικά και πολιτικά αδιάφορη, και πως τα τοπικά κίνητρα και η εσωτερική δυναμική (ή κάποιος εικαζόμενος ταξικός συσχετισμός) είναι το πρωτεύον στην ανάλυση, είναι τυφλή στην καταστροφική πραγματικότητα. Είναι αδύνατον να τα δούμε όλα αυτά έξω από το πλαίσιο ενός νέου ιμπεριαλισμού των ανοικτών αγορών και της μάχης για παγκόσμια κυριαρχία. Ζούμε σε συνθήκες παγκόσμιας αποσταθεροποίησης, όπου οι πόλεμοι ανοίγουν αγορές, οι ανατροπές δημιουργούν ευκαιρίες και οι επεμβάσεις προετοιμάζουν τις επόμενες. Κανένας ενεργά συμμετέχων δεν είναι μόνο αυτό που νομίζει πως είναι, και κανένας δεν μπορεί να ελπίζει πως θα πάρει τα πράγματα στα δικά του χέρια στην κατάληξη ενός τέτοιου πολέμου. Η μοίρα των κομματιών της Γιουγκοσλαβικής διάλυσης που αναφέραμε παραπάνω έχει να κάνει ακριβώς με την γεωπολιτική συνθήκη γύρω από την οποία συνέβη, και ο εθνικισμός που την υπαγόρευσε ήταν τμήμα και σύμπτωμα της νέας τότε μεταψυχροπολεμικής πραγματικότητας. Η ετερογονία των στόχων εδώ είναι καραμπινάτη: Ο Βόσνιος μουσουλμάνος πολέμησε τον Κάρατζιτς εντέλει για να γίνει η χώρα του η παγκόσμια πρωτεύουσα της ανεργίας και να πάρουν την εξουσία μαφιόζοι που σε τοπικό επίπεδο έχουν το αμφίβολο πλεονέκτημα να ανήκουν στην ίδια εθνοτική ομάδα με αυτόν. Ο διαδηλωτής εναντίον του Άσαντ χρησίμευσε άθελά του σαν πλατφόρμα για την έλευση στην χώρα του ισλαμιστών μαχητών με τα λεφτά της Σαουδαραβίας και των Εμιράτων.

Οπότε επιστρέφουμε στον Μιλόσεβιτς. Ήταν ο τελευταίος εκπρόσωπος ενός κόσμου που έσβηνε, χωρίς καμία δυναμική, καβάλα σε ένα άλογο (τον Σερβικό εθνικισμό) που δεν το πολυπίστευε και αποδείχθηκε κουτσό. Η μοίρα του περιγράφεται ιδανικά μέσα από τη ζωή ενός άλλου μοιραίου Γιουγκοσλάβου / Σέρβου πολιτικού και διανοούμενου, του Ντόμπριτσα Τσόσιτς: πρώην Τιτοϊκός, υποδαυλιστής του Σερβικού εθνικισμού από το 1968, ο ιθύνων νους πίσω από το Μνημόνιο της Σερβικής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών το 1986 που θεωρείται το ιδρυτικό κείμενο του σύγχρονου σερβικού εθνικισμού και οιωνός της επικείμενης διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας. Τη διακήρυξη αυτή την κατήγγειλε τόσο η Λίγκα των Κομμουνιστών της Γιουγκοσλαβίας, όσο και το στέλεχός της Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς ("τίποτ' άλλο από τον πιο σκοτεινό εθνικισμό" είχε πει για το κείμενο) αλλά και ο Ράντοβαν Κάρατζιτς (που είχε δηλώσει επ'αυτού το εξαιρετικά ειρωνικό, δεδομένης της συνέχειάς "Ο Μπολσεβικισμός είναι κακό πράγμα, αλλά ο εθνικισμός είναι ακόμα χειρότερος"). Ο Τσόσιτς στη συνέχεια έγινε σύμμαχος του Μιλόσεβιτς αρχικά, μετά του Κάρατζιτς, μετά Πρόεδρος της Γιουγκοσλαβίας και μετά το 1993 αποκήρυξε από τα δεξιά τον Μιλόσεβιτς προειδοποιώντας για παγκόσμια συνωμοσία κατά των Σέρβων με όρους που στην Ελλάδα θα τους λέγαμε Καρατζαφερικούς. Μετά από όλα αυτά υποστήριξε το 2000 το αντιμιλοσεβιτσικό και υποστηριζόμενο από τη Δύση κίνημα Otpor! παραμένοντας όμως μέχρι το τέλος του το 2014, απολογητής του Μλάντιτς.

Και αυτή η μικρή βιογραφική διήγηση θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει τη μόνη, τελικά, δυνατή υπεράσπιση του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς

9.3.16

10 σημεία για τη γεωπολιτική συγκυρία της προσφυγικής κρίσης

Τούρκοι στρατιώτες περιφρουρούν Σύριους που περιμένουν πίσω από τους φράχτες των συνόρων κοντά στην πόλη Σουρούτς στην ΝΑ Τουρκία (Kadir Celikcan/Reuters)
1. ΞΕΚΙΝΏΝΤΑΣ ΚΑΝΕΊΣ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ για το προσφυγικό ζήτημα, διαπιστώνει πως δεν είναι δυνατόν να το εντοπίσει χωρικά και χρονικά. Τα ρεύματα των προσφύγων από τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο και μετά ήταν έντονα και συνεχή, διάσπαρτα παντού στον κόσμο. Η εν εξελίξει προσφυγική κρίση που βιώνουμε στην Ελλάδα και την Ευρώπη δεν είναι παρά παροξυσμός ενός προϋπάρχοντος φαινομένου που προέκυψε μέσα στη συγκυρία διαδοχικών κρατικών καταρρεύσεων και πολέμων στην ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής και Δυτικής Ασίας.

Παίκτες του γκολφ και στο βάθος Αφρικανοί μετανάστες πάνω σε συνοριακό φράχτη μεταξύ Μαρόκου και Ισπανίας στην Μελίγια 20/10/2014 (José Palazon/Reuters)

2. Η σημερινή έκφανση της προσφυγικής κρίσης συμπλέκεται και περιπλέκεται με το φαινόμενο της μαζικής οικονομικής μετανάστευσης, και γίνεται δυσδιάκριτη από αυτήν. Αυτό είναι ένα νέο μείζον και ιστορικό γεωπολιτικό δεδομένο, παράγωγο με τη σειρά του των σημαντικών γεωπολιτικών αλλαγών την τελευταία μεταψυχροπολεμική τριακονταετία.
Με την κατάρρευση της Συρίας, τα εκατομμύρια άτομα που έφυγαν από τη χώρα επισωρεύτηκαν σε ήδη μεγάλα προσφυγικά και μεταναστευτικά ρεύματα προς τις μητροπόλεις του καπιταλισμού και τις εστίες πλούτου ανά τον κόσμο.
Πρόκειται για ανθρώπους που εδώ και δυο τρεις δεκαετίες δραπετεύουν από τεράστιες γεωγραφικές ζώνες γεωπολιτικής, πολιτικής και οικονομικής αποσταθεροποίησης.
Μπορεί να πει κανείς πως το σύνολο των αιτιών που προκαλούν προσφυγικές κρίσεις συμπεριλαμβάνεται –σε παρόμοια αλλά λιγότερο επιτακτική μορφή– στα αίτια της μεταναστευτικής μετακίνησης. Είναι συχνά δύσκολο να διακρίνει κανείς έναν πρόσφυγα από έναν οικονομικό μετανάστη μια και οι κινητήριες για τη φυγή τους καταστροφές μπορεί να σχετίζονται και με την πολιτική ή πολεμική αποσταθεροποίηση, αλλά και με την οικονομική διάλυση. Το παιχνίδι των διοικητικών ορισμών για τους πρόσφυγες από διάφορες χώρες, όπου ένας πόλεμος –εμφύλιος ή μη– ή μια καταστροφή έχει δημιουργήσει και οικονομικό μαρασμό, είναι χαρακτηριστικό της ασάφειας αυτής: Υπάρχουν και σχετικά ειρηνευμένες περιοχές του Αφγανιστάν ή της Σομαλίας, όπου η οικονομία έχει καταρρεύσει και οι άνθρωποι φεύγουν γιατί αντιμετωπίζουν την εξόντωσή τους, φυσική και οικονομική. Οι οικολογικές πιέσεις στο Μπαγκλαντές οδηγούν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους σε «περιβαλλοντικό εσωτερικό εκτοπισμό» και προσφυγιά, που όμως δεν οδηγούν και στην αναγνώριση της αντίστοιχης διεθνούς νομικής ιδιότητας, και ούτω καθεξής.

3. Παρότι άλλες εστίες παραμένουν ενεργές (ενδεικτικά, ΟυκρανίαΚόσοβο, Βόρεια Αφρική, Υποσαχάρια Αφρική, Κέρας της Αφρικής, Υεμένη), το θερμό σημείο του προσφυγικού σήμερα είναι προς το παρόν στη Συρία και στο Ιράκ, αλλά χρονίως και στο Αφγανιστάν, σε περιοχές δηλαδή που σημαδεύτηκαν από εξωτερικές επεμβάσεις, με κεντρικό σημείο αναφοράς τη διπλή επέμβαση και εισβολή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, το 2001, και στο Ιράκ, το 2003. Παράλληλα, η περιοχή από τα Ιμαλάια μέχρι τον Ατλαντικό είναι ευρύτερα αποσταθεροποιημένη πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά, μεταξύ άλλων, από:

• τις συνεχείς στρατιωτικές και οικονομικές επεμβάσεις της Δύσης –κυρίως των ΗΠΑ– και τις συγκρούσεις μεγάλων και περιφερειακών δυνάμεων μέσω πολέμων εντολοδόχων (proxy wars) στο πλαίσιο μιας εξελισσόμενης μεταψυχροπολεμικής αναδιαμόρφωσης των παγκόσμιων ισορροπιών,

• τη σεχταριστική βία που έχει συνειδητά και στρατηγικά κινητοποιήσει το αμερικανικό κατοχικό σχέδιο στο Ιράκ και χρηματοδοτούν οι αντιδραστικές και φονταμενταλιστικές, σουνιτικές/ουαχαμπιστικές πετρομοναρχίες της Αραβικής χερσονήσου. Η σύγκρουση αυτή έχει εξαπλωθεί στην ευρύτερη περιοχή μαζί με τον ακρότατο σουνιτικό φονταμενταλισμό και επηρεάζει μια ζώνη που φτάνει μέχρι την Κεντρική Αφρική και την Ινδονησία,

• την κλιματική αλλαγή που προκαλεί συχνότερη και εντονότερη εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων, τα οποία με τη σειρά τους οδηγούν σε επισιτιστικές κρίσεις, φυσικές καταστροφές και απώλεια της δυνατότητας άμεσης επιβίωσης σε πολλές περιοχές. Τα φαινόμενα αυτά προκαλούν και υποδαυλίζουν την πολιτική αναταραχή, αλλά εντείνουν και τα ρεύματα εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης,

• τις συνέπειες της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης στην κοινωνική συνοχή των φτωχότερων χωρών και την κοινωνική δυσαρέσκεια, με όχημα τα προγράμματα της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ, αλλά και την αύξηση των παγκόσμιων και των περιφερειακών ανισοτήτων,

την ήττα της Αραβικής Άνοιξης ως κινήματος εκδημοκρατισμού σχεδόν σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο. Η ήττα αυτή προκλήθηκε από –αλλά και προκάλεσε– την υποκατάσταση της πολιτικής διαμαρτυρίας από ένοπλους στρατοκρατικούς εμφυλίους. Οι πόλεμοι αυτοί άνοιξαν τον δρόμο για παρεμβάσεις τρίτων χωρών και την ανάδειξη του πιο σκληρά παραδοσιοκρατικού και κορανικά λιτεραλιστικού τζιχαντισμού σε πόλο συσπείρωσης των σουνιτικών πληθυσμών.

Μέσα σε αυτό το κλίμα πολυπαραγοντικής γενικής αστάθειας και κρατικής κατάρρευσης, οι ανθρώπινες ροές, προσφυγικές και μεταναστευτικές, αναδρούν πάνω στην περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων και διαχέουν τη σκιά των τοπικών συγκρούσεων σε μια διευρυνόμενη γεωγραφικά περιοχή.

Αφρικανοί μετανάστες στις ακτές του Τζιμπουτί, National Geographic 12/2013, John Stanmeyer
4. Εάν αίτια της μετανάστευσης και της προσφυγιάς αποτελούν οι πόλεμοι και η γεωπολιτική αποσταθεροποίηση, τίθεται το ερώτημα γιατί, παρότι αυτά είναι χρόνια προβλήματα στην καπιταλιστική περιφέρεια και ιδίως στη Μέση Ανατολή, στην εποχή μας μόνο καταφεύγει όλος αυτός ο κόσμος τόσο μαζικά στη Δύση.

Η απάντηση είναι διττή και αφορά με διαφορετικούς τρόπους την παγκοσμιοποίηση:

Πρώτον, γιατί η ίδια η λογική της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης κάνει τη μετακίνηση πληθυσμών μια εύλογη απόκριση των ανθρώπων της περιφέρειας στη μόνιμη κατάσταση οικονομικής (και συχνά και πολιτικής) έκτακτης ανάγκης που έχουν να αντιμετωπίσουν, αλλά και γιατί, στην πραγματικότητα, οι μετακινήσεις αυτές περιέχουν μια καπιταλιστική ορθολογικότητα: Ολοκληρώνουν την «απελευθέρωση των αγορών», πέρα από εκείνες των κεφαλαίων, και στο πεδίο της αγοράς εργασίας. Έτσι, το φτηνό εργατικό δυναμικό που μπορούσε να έρθει «λαθραίο» (αλλά μόνο λαθραίο), «παράνομο» και εύκολα χειραγωγίσιμο, χρησιμοποιήθηκε για να φέρει τον εργασιακό Τρίτο Κόσμο στη μητρόπολη και στις ισχυρές χώρες της περιφέρειας. Στη Δύση υπήρχε ζήτηση για εργατικό δυναμικό από τον Τρίτο Κόσμο. Η ενσωμάτωσή του όμως εμποδίστηκε μέσω της διασποράς του αντιμεταναστευτικού πανικού που χρησίμευσε σαν εργαλείο αποκοπής των ξένων εργαζομένων από τα εργασιακά δικαιώματα που είχαν κατακτήσει οι «ιθαγενείς», αλλά και σαν μέσο εργασιακής πειθάρχησής τους.

Δεύτερον, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, ζούμε σε έναν τηλεπικοινωνιακά αλλά και μεταφορικά πρωτοφανώς διασυνδεδεμένο κόσμο. Επειδή, λοιπόν, κάθε κύμα μετανάστευσης δημιουργεί τις τοπικές «υποδοχές» στον Πρώτο Κόσμο για τα επόμενα, με την εγκατάσταση συγγενών και φίλων, η μετακίνηση από τις χώρες σε κρίση είναι πλέον όλο και ευρύτερα προσιτή σαν λύση. Επιπλέον, τα εργαλεία και οι δυνατότητες διερεύνησης των προϋποθέσεων, της πραγματοποίησης της μετακίνησης και της εγκατάστασης σε μια τρίτη χώρα –μέσω του Διαδικτύου και της συνεχούς επαφής και σύνδεσης με τους οικείους και με τον προορισμό μέσω της κινητής τηλεφωνίας– είναι πλέον ευρύτατα διαθέσιμα, ενώ υπάρχουν ήδη εγκατεστημένα «έμπειρα» και εκτενή παράνομα δίκτυα διακίνησης και μεταφοράς ανθρώπων σε κάθε λογής προορισμούς.

Στρατόπεδο προσφύγων Ζααταρί, Ιορδανία

5. Ο αριθμός των προσφύγων και των εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια –ιδίως την τελευταία διετία–, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης αυτής αφορά τους εσωτερικά εκτοπισμένους, τους πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους τη χώρα. Αυτό δείχνει ότι το μείζον πρόβλημα που αναδεικνύεται δεν είναι ποσοτικό, αλλά ποιοτικό: Το προσφυγικό ανάγεται σε παγκόσμια «κρίση» μόνο όταν τα προσφυγικά ρεύματα αρχίζουν και επηρεάζουν άμεσα τη Δύση. Στον βαθμό που οι επιπτώσεις του παραμένουν περιφερειακές, τα προσφυγικά ρεύματα είναι «αόρατα» ως παγκόσμια πολιτικά ζητήματα και παραμένουν στη σφαίρα αρμοδιότητας των ανθρωπιστικών οργανώσεων, του ΟΗΕ, του Ερυθρού Σταυρού και των γειτονικών χωρών. Έτσι, η Ευρώπη συγκλονίζεται πολιτικά υπό το βάρος λιγότερων του ενός εκατομμυρίου Σύρων προσφύγων, την ίδια στιγμή που τέσσερα και πλέον εκατομμύρια πρόσφυγες βρίσκονται και ζουν εδώ και τρία χρόνια στην Τουρκία, στην Ιορδανία και στον Λίβανο, χωρίς να αναχθούν σε μείζον γεωπολιτικό θέμα. Στις δύο τελευταίες χώρες, μάλιστα, είναι το πολλοστό κύμα προσφυγιάς που έχουν να χειριστούν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο και μετά, αφού συνέδραμαν και την παλαιστινιακή και την ιρακινή προσφυγική διασπορά, και αποτέλεσαν τόπο φιλοξενίας τους. Η προσφυγική κρίση στο Αφγανιστάν, όσο το Πακιστάν και το Ιράν χρησίμευαν σαν χώροι απόθεσης –στην κυριολεξία– των ανθρώπινων κυμάτων που έφευγαν από τη χώρα, δεν αξιολογήθηκε ποτέ ως μείζων, παρά μόνο όταν έπαψαν οι χώρες αυτές να αποτελούν –εξ ανάγκης ή εξ επιλογής– «μαξιλαράκια» υποδοχής και αποδοχής του προβλήματος.

Υποστηρικτές του Γερμανικού ακροδεξιού και αντιπροσφυγικού κινήματος Pegida, Κολωνία, Ιανουάριος 2016, Reuters


6. Οι σημερινές μετακινήσεις προσφυγικών πληθυσμών βιώνονται σαν πολιτική κρίση, ειδικά για την Ευρώπη, για δύο λόγους, κυρίως:

• επειδή βρίσκουν την Ευρώπη, σαν προτιμητέα περιοχή καταφυγής των προσφύγων, σε πολιτική και οικονομική συγκυρία κατά την οποία είναι σε εξαιρετικά δυσχερή θέση να διαχειριστεί ένα νέο ρεύμα πληθυσμιακών μετακινήσεων. Αυτό συμβαίνει λόγω της πολιτικής διαχείρισης των μεταναστευτικών ρευμάτων μέχρι τώρα, η οποία ενίσχυσε ξενοφοβικά και ρατσιστικά ανακλαστικά στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και τα ενσωμάτωσε στον λόγο των κυρίαρχων πολιτικών κομμάτων, αλλά και λόγω της οικονομικής αβεβαιότητας και καταστροφής που έξι χρόνια λιτότητας έχουν επιφέρει

• επειδή πρόκειται κυρίως για μουσουλμανικούς και αραβικούς πληθυσμούς. Δηλαδή, πολιτισμικά καταγγελμένους ως αντιπάλους και εχθρούς της Δύσης, στο πλαίσιο της μεθοδικής κατασκευής μιας νέας απειλής μετά τον Ψυχρό Πόλεμο: της επιτελεστικής αφήγησης του Πολέμου των Πολιτισμών.

7. Κεντρικό στοιχείο της πολιτικής αφήγησης η οποία έθεσε σε κίνηση τις πολλαπλές αποσταθεροποιήσεις που ανατινάσσονται η μια μετά την άλλη εδώ και δέκα χρόνια σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ασίας και της Αφρικής, αλλά και στα γκέτο της Δύσης, ήταν το σχήμα του «Πολέμου των Πολιτισμών». Ο Σάμουελ Χάντινγκτον δεν είχε περιγράψει κάποια σοβούσα αντιπαράθεση. Την είχε προδιαγράψει, σε τελική ανάλυση, ως τη νέα μανιχαϊστική αντίθεση που θα θρέψει τις πολεμικές μηχανές και την –απαραίτητη για την ευστάθεια του παγκόσμιου συστήματος ως έχει– γεωπολιτική μάχη για αέναη επέκταση της αμερικανικής (δυτικής γενικότερα) ηγεμονίας, ελλείψει του φόβητρου του «κομμουνισμού».

Η δαιμονοποίηση του Ισλάμ και η αναγωγή του σε παγκόσμιο αντίπαλο βρήκε πρόθυμους αποδέκτες από την αντίθετη πλευρά, οι οποίοι ισχυροποιήθηκαν μέσω αυτής τους της δαιμονοποίησης . Όλη η ιστορία της γεωπολιτικής αναταραχής από τους Δίδυμους Πύργους και μετά τρέφεται από αυτό τον κύκλο ανατροφοδότησης και αμοιβαίας ισχυροποίησης μεταξύ της δυτικής/ιμπεριαλιστικής αφήγησης του «καθυστερημένου και καταστατικά εχθρικού» Ισλάμ και της φεουδαρχικής, σαλαφιστικής αγριότητας που ιδιοποιείται τον ρόλο του αντιδίκου, αλλά, σημειωτέον, με τα λεφτά των φονταμενταλιστών συμμάχων των ΗΠΑ: της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων του Περσικού Κόλπου.

Γύρω από όλο αυτό το ανατροφοδοτούμενο δίπολο και τα πολλά παρόμοιας δυναμικής πολωτικά φαινόμενα σε όλη την περιοχή (βλ. την αλληλοενίσχυση διά της αντιπαλότητας μεταξύ Άσαντ και ISIS), μέσα στη συνολική καταστροφή των στρατιωτικών επεμβάσεων, εξελίσσεται ένα σκηνικό σύγκρουσης και ρήξεων χωρίς κανένα εύκολο σημείο ισορροπίας: Εάν δεν υπάρξουν ρήξεις με τα γεωπολιτικά αυτονόητα της περιόδου αυτής, οδηγούμαστε σε μονιμοποίηση της καταστροφής, σε μια μόνιμα αιμορραγούσα προσφυγική κρίση, σε μια μαζική εξαγωγή του αφγανικού μοντέλου μόνιμης πολεμικής κρίσης και συνεχούς δημιουργίας προσφύγων και εσωτερικά εκτοπισμένων. Εάν υπάρξει εντέλει βούληση από τις περισσότερες πλευρές για λύση, οι γέφυρες που θα πρέπει να στηθούν στην περιοχή, για να εξομαλυνθεί η κατάσταση, θα αναδιατάξουν συνολικά τη Μέση Ανατολή με τρόπους που θα αμφισβητούν, μεταξύ άλλων, και τα μέχρι σήμερα σύνορα.

Η πόλη Χομς της Συρίας, κατεστραμμένη, 2015, Reuters: Yazan Homsy
8. Αν και έχουν υπάρξει σημάδια πως η κρίση στη Συρία μπαίνει πια σε φάση μιας αποδοτικότερης, για την πιθανή της ειρήνευση, διαπραγμάτευσης, θα ήταν πρόωρο να μιλήσει κανείς για κάποιον ορίζοντα ανακωχής, έστω, ή παύσης της προσφυγικής ροής, ή παλιννόστησης προσφύγων, ούτε στη Συρία, αλλά ούτε και στο Ιράκ.

Σε κάθε περίπτωση, με δεδομένη τη δυσκολία υποδοχής προσφύγων και στην Ευρώπη, αλλά και λόγω εξάντλησης και στις γειτονικές χώρες, οι πρόσφυγες ήδη χρησιμοποιούνται και θα χρησιμοποιούνται σαν εργαλεία πίεσης και εκβιασμών, από όλους του εμπόλεμους.

Εν τω μεταξύ δε, η στάση όλων σχεδόν των εμπλεκόμενων τρίτων χωρών στη Συρία και στο Ιράκ είναι απολύτως ανεύθυνη και κυνική, με αποκορύφωμα την κατά τα φαινόμενα σχεδόν τυχαία πραγματοποίηση βομβαρδισμών στη Συρία, χωρίς στρατηγικό στόχο, με συνεχείς «παράπλευρες απώλειες» αμάχων, μόνο για λόγους συμβολικούς, χωρίς κανέναν συντονισμό, σε συνδυασμό με την παντελή απουσία διαδικασίας για τη σταθεροποίηση στο Ιράκ. Αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνει περαιτέρω αύξηση των προσφυγικών ροών από την περιοχή.

Ακροδεξιοί Φινλανδοί σε διαμαρτυρία εναντίον των προσφύγων

9 . Είναι αξιοσημείωτος πάντως ο τρόπος με τον οποίο οι δυνάμεις και οι χώρες που αγγίζουν τη θερμή περιοχή και εμπλέκονται στο προσφυγικό βρίσκονται μπροστά σε δευτερογενείς επιπτώσεις της κρίσης.

Ειδικά τα εσωτερικά ευρωπαϊκά πολιτικά αποτελέσματα της υποδοχής (και απόκρουσης) προσφύγων, με την εκρηκτική άνοδο της Ακροδεξιάς σε όλη την ήπειρο, η πολυφωνία σε επίπεδο ΕΕ για το «τι δέον γενέσθαι», η ανοιχτά ξενοφοβική και κυριολεκτικά φασιστική αντίδραση πολλών –ιδίως κεντροευρωπαϊκών, αλλά όχι μόνοκυβερνήσεων στις ενδιάμεσες χώρες, αλλά και η αδυναμία της ΕΕ να διαχειριστεί με επιτυχία τις ροές αυτές βλάπτουν τη «μαλακή ισχύ» της.

Βλάπτουν επίσης και την –ήδη τρωθείσα– δημοκρατία στην ήπειρο. Είναι ίσως χαρακτηριστικό πως έχει εμφανιστεί η τάση να αναιρείται η εκτιμώμενη επικινδυνότητα ενός καθεστώτος για την ΕΕ, προκειμένου να καταστεί νόμιμη η επιστροφή εκεί προσφύγων και διωκόμενων. Επειδή η μεταβολή αυτή είναι αυθαίρετη, δεν είναι σαφές αν και ποια είναι τα όριά της: Ήδη το ότι στους απορριφθέντες ως μη πρόσφυγες από την ΠΓΔΜ συγκαταλέγονται, για παράδειγμα, Σουδανοί και Σομαλοί (δηλαδή, πολίτες χωρών που βρίσκονται σε κατάσταση εμφυλίου) είναι και παράλογο και υποκριτικό. Πρόκειται για επιφαινόμενο και παράγωγο μιας αντιδημοκρατικής ροπής, για έναν ακόμα τρόπο με τον οποίο η ευρωπαϊκή αμηχανία μπροστά στις μετακινήσεις προσφύγων κάθε είδους δρα διαβρωτικά στο δημοκρατικό φρόνημα και συνεπώς στην ίδια τη δημοκρατική συγκρότηση των χωρών της ηπείρου μας.

Εντέλει, τα μεγάλα προσφυγικά ρεύματα που θα εγκατασταθούν –άγνωστο για πόσο– στις χώρες της ΕΕ ενδέχεται να οξύνουν και άλλο τα κρούσματα ρατσισμού και ξενοφοβίας, ιδίως μάλιστα τη στιγμή που η αποξενωμένη δεύτερη και τρίτη γενιά Ευρωπαίων μουσουλμάνων έχει σε έναν μικρό αλλά επικίνδυνο και εν δυνάμει αιματηρό βαθμό, ριζοσπαστικοποιηθεί από τον ακραίο φονταμενταλιστικό ισλαμισμό, όπως έδειξαν τα γεγονότα στο Παρίσι.

10. Τα σημεία της αποσταθεροποίησης, οι χώρες όπου η προσφυγιά ή η μετανάστευση είναι μοναδική λύση επιβίωσης, πολλαπλασιάζονται: Η Υεμένη, στον εμφύλιο πόλεμο της οποίας επενέβη στρατιωτικά η Σαουδική Αραβία με καταστροφικά αποτελέσματα, είναι ήδη συντρίμμια, με τον ISIS να έχει κάνει την εμφάνισή του και με προσφυγικά ρεύματα που «απλώς» δεν έχουν φτάσει στην Ευρώπη. Μια σειρά αφρικανικών χωρών νοτίως της Σαχάρας είναι σε ανοιχτούς εμφυλίους και συγκρούσεις εξουσίας με εμπλοκή συχνότατα ακραίων μουσουλμανικών στοιχείων, επίσης με τεράστιους αριθμούς εκτοπισμένων από τα σπίτια τους, σε συνδυασμό με τη μόνιμη φυγή αμάχων από εκεί για να ζήσουν σαν άνθρωποι στη Δύση. Η Λιβύη παραπαίει όντας ουσιαστικά εκτός κεντρικού ελέγχου. Η κατάσταση στο Αφγανιστάν ανά πάσα στιγμή μπορεί να ξεχειλίσει πάλι στο Πακιστάν, το οποίο δύσκολα θα δεχτεί να συνεχίσει να συσσωρεύει πρόσφυγες. Η Αίγυπτος είναι μια στυγνή δικτατορία. Η Ουκρανία είναι και αυτή μια περιοχή παραγωγής προσφύγων πρόσφατα, και η εξέλιξη των σχέσεων Τουρκίας-Ρωσίας-ΕΕ ενδέχεται να επηρεάσει και προσφυγικά ρεύματα από εκεί. Το προσφυγικό είναι ένα ζήτημα που στην παρούσα συγκυρία έχει περικυκλώσει την Ευρώπη.

Εν πολλοίς, μπορεί και να κρίνει και τη μοίρα της.

Φωτογραφία: Λευτέρης Παρτσάλης για το Rizopoulos Post

[Το κείμενο αυτό το έγραψα στην έντυπή του μορφή για την έκδοση "Το Πιο Κρύο Καλοκαίρι" του Ελληνικού Παραρτήματος του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ. με την ευγενή συγκατάθεση του οποίου το αναδημοσιεύω. Εδώ έχω προσθέσει συνδέσμους και φωτογραφίες, και έχω κάνει - πολύ μικρές - τροποποιήσεις στο κείμενο]